Tuesday, January 24, 2012

Backstage with Metallica, 1993: Part III - Big Bob και Jason

Part I - Πρόλογος
Part II - 27 Ιουνίου 1993
Part III - Big Bob and Jason
Part IV - James Hetfield in his cowboy hat
Part V - Κιρκ Χάμμετ
Part VI - Lars
Part VII - Παρεάκι ισχυρό!
Ξεδιάντροπη ανακοίνωση
Part VIII - Back to the Front

H κοπέλα που ανασήκωσε τους ώμους της και έτσι πέρασα να γνωρίσω τους Metallica, μας οδήγησε σε ένα χώρο κάτω από το πέταλο του σταδίου. Αυτός είχε διαμορφωθεί για τα παρασκήνια με φοβερό στυλ τσιγγανέ μπερντέ, είχαν κρεμάσει και ένα σεντόνι που χώριζε τον χώρο που άραζαν οι μπάντες με τον χώρο που θα γινόταν το meet n’ greet. To πρώτο πράγμα που τράβηξε το μάτι μας ήταν ο Big Bob Bender. Όσοι έχετε δει το A Year and a Half in the Life of Metallica (συγκεκριμένα το part 2), είναι ο θηριώδης τύπος με την μουστακάρα, που γυρνάει στην κάμερα μετά που του έχει φιλήσει το χέρι μια δημοσιογράφος, δείχνει το χέρι του και αναφωνεί: «SMELL THE GLOVE!» (Spinal Tap reference, πόντοι λατρείας). Επίσης, όσοι πήγατε το 1993 στην συναυλία, είναι ο τύπος που στο Seek and Destroy κατέβαζε ενθουσιώδη χέρια οπαδών με χαρακτηριστική άνεση, όταν ο James κατέβηκε στην πρώτη σειρά για να δώσει στον λαό το ρεφρέν (λεπτομέρειες στο live report –δεν έχει γραφτεί ακόμα, υπομονή). Σεκιουριτάς – Γορίλλας (πιο σωστά Ρωσική Αρκούδα) της μπάντας ο Big Bob λοιπόν. Και κατά τα φαινόμενα και ο τύπος που υποδεχόταν τους καλεσμένους, τουτέστιν εμάς.

Ο Big Bob μας ήταν πολύ γνωστός καθώς είχαμε λιώσει την εν λόγω βιντεοκασσέτα. Το πρώτο σελέμπριτι που βλέπαμε και ξαφνικά shit got real κι έτσι. Φωνή βροντοειδής ντεθμέταλ και όπως είπα, θηριώδης. Με μια γάμπα τέτοιας έκτασης που χώραγε πάνω της ένας θεόρατος χάρλεϊ αμερικάνικος αετός, «να» με το συμπάθειο, με απλωμένα φτερά. Όλοι είμασταν υπάκουοι, ήσυχοι και σεβαστικοί. Ο Big Bob λοιπόν μας έβαλε όλους στην σειρά για να περνάνε οι Metallica να μας υπογράψουν ό,τι τους δίναμε και μας ζήτησε να σβήσουμε τσιγάρα καθώς δεν είναι ευγενικό να φυσάς τον καπνό σου στους άλλους. Τσιγάρα έσβησαν.



Big Bob


Η γραμμή σχηματίστηκε από δεξιά προς τα αριστερά, ξεκινώντας με δύο παιδιά παρεάκι, πιθανώς να κερδίσανε όπως εγώ και ο Νάσος. Κλασσικοί χεβιμέταλοι, χάριν ευκολίας και επειδή έτσι τους λέγαμε μεταξύ μας από τότε, οι «Μανογουωράδες» (θα εξηγηθώ). Αριστερά τους, ο χαρούμενος κάφρος με την αμάνικη One. Δίπλα ο Νάσος. Μετά εγώ. Δίπλα μου συνεχίζοντας στα αριστερά, η αδερφή μου. Ακόμα πιο κει, μια πεταχτούλα τύπισσα. Τέλος, δυο αμερικάνοι, παρεάκι κι αυτοί. Που τους αντιπάθησα πάρα πολύ γιατί γαμώτο, αποκλείεται αυτοί οι τύποι να διάβασαν τον Ελεύθερο Τύπο και να πήραν τηλέφωνο. Ήταν ξεκάθαρα βυσματίες που στερήσανε από δυο ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ την ευκαιρία να δουν τους Metallica. Στην χώρα τους έπρεπε να πάνε, που έχουν παίξει χίλιες φορές οι Μετάλλικα να κερδίσουν τον διαγωνισμό με το σπαθί τους, ετσά δεν είναι; Ήταν και μυρωδιάδες άσχετοι, αυτό ήταν και το χειρότερο δηλαδή. Ποια Ελληνόπουλα; Από ΜΕΤΑΛΛΑΔΕΣ πήραν τη θέση! Τέλος πάντων. 16χρονος είπαμε, το έπαιρνα πιο ζεστά το θέμα.
Πιο πέρα στην γραμμή δεν θυμάμαι απολύτως τίποτα, ήταν μια μακριά γραμμή ανθρώπων. Δεν με απασχολούσε καθόλου η σύνθεσή της γιατί όλος ο εγκέφαλός μου ήταν απασχολημένος να χαζεύει τα σελέμπριτις.

Και εκεί που κάτι ακόμα μας έλεγε ο Big Bob, με σκουντάει ο Νάσος, με αυθεντικό τρακαρισμένο τραύλισμα και μου λέει «Βα-Βασίλη….κοί-κοίτα…ρε, ο…ο…ο Jason!»
Από αυτό το σημείο η μνήμη μου είναι πολύ θολή, με συγκεκριμένες σεκάνς να παίζουν πεντακάθαρα, άλλες να μην υπάρχουν καθόλου, κάποιες αποσπασματικές κουβέντες και καμία απολύτως αίσθηση του χρόνου. Ουδεμία. Χάζευα τον Jason σαν υπνωτισμένος. Κατ’αρχάς είχε ξυρίσει τελείως το κεφάλι του. Αυτό ήταν καινούργιο. Σιωπηλός, μεταξύ βαριεστημένου και ντροπαλού, τον έλεγες και σκυθρωπό. Κοντούλης. Εγώ είμαι 1.80 μεριά, τότε θα ήμουν ακόμα στην ανάπτυξη, του έριχνα κεφάλι ήδη. Τα αντικείμενα προς υπογραφή ήταν τα προφανή: Εισιτήρια, το πάσο και ό,τι είχε φέρει ο καθένας. Ο Νάσος, είχε φέρει μια αφίσα, πιθανώς του Χάμερ, με την μπάντα να παραλαμβάνει τους χρυσούς δίσκους για το Black Album.



Είχα τόσο σκαλώσει να χαζεύω τον Jason που όταν στάθηκε μπροστά μου να υπογράψει, δεν είχα απολύτως καμία σκέψη στο κεφάλι μου. Completely and utterly vacant. Του έδωσα να υπογράψει το εισιτήριο. Υπέγραψε. Του είπα και για το πάσο. Το υπέγραψε. “Er, there is more, sorry” του είπα σαν Socially Awkward Penguin, με την σκέψη ότι τον απασχολώ τον άνθρωπο, έχει τόσες δουλειές να κάνει, εμποδίζω το flow. Βάζω το χέρι στην κωλότσεπη και βγάζω τρία κολλημένα με ιδρώτα booklets που τα παίρνει μόνος και χωρίς καμιά διαμαρτυρία για την αηδία που του έδωσα, τα ανοίγει και τα υπογράφει. Φυσικά από το μυαλό μου δεν περνάει καθόλου ότι στην κωλότσεπη είχα 5 booklets και του έδωσα μόνο τρία. Συγκεκριμένα στην κωλότσεπη είχαν μείνει τα “…And Justice for All” και το “Doomsday for the Deceiver”, δηλαδή οι μόνοι δύο δίσκοι που έφερα και παίζει ο Jason. Νόμος του Μέρφι και κλασική γκαντεμιά, 3/3 λάθος booklets. Κανένα σχόλιο ότι του έχω δώσει να υπογράψει τους τρεις δίσκους που δεν παίζει, φαντάζομαι δεν είναι και η πρώτη φορά που του συνέβη, πάντως εγώ στη θέση του θα σκεφτόμουν «καλός μαλάκας και εσύ». Εκείνη την στιγμή φυσικά δεν σκεφτόμουν τίποτα, κοιτούσα τον JASON NEWSTED να είναι ακριβώς μπροστά μου ολοζώντανος και να υπογράφει αυτόγραφα. Πουθενά δεν υπήρχε κανένα καμπανάκι να μου υπενθυμίσει «ΡΕ ΒΛΑΚΑ, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΛΟΤΣΑΜ ΠΕΣΤΟΥ!». Που θα τα εννοούσα χίλια τα εκατό, οι δύο πρώτοι δίσκοι είναι παιδικοί έρωτες ζωής και είχα πέντε κιλά σώψυχα να τον πρήξω.

Χαμόγελο καθυστερημένο πάντως στα χείλη είχα σίγουρα. Το ξέρω γιατί με κοιτούσαν από τα δεξιά ο Νάσος και ο Αμάνικος One με αντίστοιχα καθυστερημένα χαμόγελα ευτυχίας, «τι ζούμε», «τι ωραία», «μικρό σπίτι στο λιβάδι» λέβελ ευτυχίας. O Jason συνεχίζει το καθήκον του και φτάνει στους Αμερικάνους. Τι ειπώθηκε με την αδερφή και την πεταχτούλα, δεν υπάρχει στο DVD της ανάμνησης, σόρι. Οι Αμερικάνοι, είναι 100% Αμερικάνοι: «I saw you last year man, in Fuckerville Montana, you totally kicked ass man!”. “Thanks”, απάντησε ευγενικά o Jason, που ασφαλώς δεν είχε ξανακούσει τέτοιο κομπλιμέντο ποτέ στην ζωή του. “How many years have you been playing bass man?”, συνεχίζει ο Αμερικάνος. “12 years” απαντάει. Ωραία, μάθαμε και κάτι που δεν ξέραμε. Χρήσιμο. Και εκεί σταματάει η περιγραφή και οι περιπέτειες του Jason Newsted με το κοινό, διότι έσκασε μύτη ο James Hetfield...

Στο επόμενο: James Hetfield. In his cowboy hat.

Part I - Πρόλογος
Part II - 27 Ιουνίου 1993
Part III - Big Bob and Jason
Part IV - James Hetfield in his cowboy hat
Part V - Κιρκ Χάμμετ
Part VI - Lars
Part VII - Παρεάκι ισχυρό!
Ξεδιάντροπη ανακοίνωση
Part VIII - Back to the Front

Monday, January 16, 2012

Backstage with Metallica, 1993: Part II - 27 Ιουνίου 1993

Part I - Πρόλογος
Part II - 27 Ιουνίου 1993
Part III - Big Bob and Jason
Part IV - James Hetfield in his cowboy hat
Part V - Κιρκ Χάμμετ
Part VI - Lars
Part VII - Παρεάκι ισχυρό!
Ξεδιάντροπη ανακοίνωση
Part VIII - Back to the Front

H μεγάλη μέρα έφτασε. Αφήνω το σπίτι από την μαμά πατρίδα (Πατήσια) και συναντιέμαι με την Παρέα. Πανάθεμα και αν θυμάμαι πώς και πού και λοιπές αδιάφορες τρίχες, θυμάμαι μόνο την σύσταση: Εγώ, Νάσος, Νταχάου και ο αδερφός Μήτσος, το ζηλευτό σέντερ φορ της Αθηναϊκής Θρας Επίθεσης.
Στο κοινό επίσης έχω και εξ αίματος αδέρφια, την σίστερ που θα μας συνοδέψει backstage και τον γκουρού μεγάλο αδερφό που μας μύησε στις βρωμο-μουσικές της «διεθνούς αλητείας» (κόπιραϊτ από τον πατέρα). Ο αδερφός έχει ήδη αρχίσει την ωρίμανση, τουτέστιν έχει αρχίσει σιγά-σιγά να παρατάει το χέβυ μέταλ ο προδότης. Αλλά οι Metallica είναι οι Metallica και τους έκανε το χατήρι να έρθει. Το παίζει κουλ και ψύχραιμος και μπλαζέ. Το κρατάμε αυτό. Ο άλλος αδερφός γράφει πανελλήνιες και δεν μπορεί να μεταβεί Αθήνα και έως τα σήμερα στενοχωριέται όταν το θυμάται. Τέλος, το παρόν δίνει και ο ξάδερφος Γκοντζίλα, ο οποίος είναι και ο αξιοζήλευτος βετεράνος της υπόθεσης, τους έχει ήδη δει στο Milton Keynes λίγο πριν. Σε εκείνη την ιστορική συναυλία με τους Megadeth, τους Almighty και τους Diamond Head και τα διάφορα χάπενινγκς.


Για την περίσταση έχω αγοράσει νέο μπλουζάκι, σαν να λέμε έβαλα τα καλά μου γιατί θα δω Metallica και με έχει πιάσει πυρετός καταναλωτισμού. Συγκεκριμένα το Unforgiven μπλουζάκι, το οποίο σαν κομμάτι δεν μου δίνει πόντους coolness αλλά το σχέδιο Pushead είναι εύκολα μέσα στο τοπ 3 έβερ και το ερωτεύτηκα από τη στιγμή που το είδα. Από τα πολύ αγαπημένα για προφανείς λόγους.

Η άλλη προετοιμασία που έχω κάνει είναι να κουβαλήσω πολλά booklets από CD για να μου τα υπογράψουν. Τα Metallica προφανώς αλλά και το Doomsday for the Deceiver, το λατρεμένο αυτό άλμπουμ των Flotsam and Jetsam, για να το υπογράψει ο Jason Newsted, ο βασικός συνθέτης του δηλαδή. Έχω ήδη παίξει την σκηνή που του το δίνω και γουρλώνει τα μάτια του με έκπληξη και ενθουσιασμό, συγκινείται πολύ που ένας πιτσιρικάς στην Ελλάδα το θυμάται και με κοιτάει όλο αγάπη και δεν ξέρω, κάτι σπουδαίο συμβαίνει μετά, που όταν θα το περιέγραφα στους φίλους μου θα ζηλεύανε πάρα πολύ. Το κρατάμε και αυτό στην μνήμη μας. Τα έχω βάλει όλα στην κωλότσεπη του τζην σωλήνα που φυσικά συμπληρώνει την αμφίεση και νιώθω πολύ έξυπνος γιατί έχω τα χέρια μου ελεύθερα και όλα είναι άνετα.

Πριν μπούμε μέσα περνάμε μέσα από τα πλήθη μεταλλάδων που τριγυρίζουν το γήπεδο του Πανιωνίου. Εδώ να σημειώσω ότι η συναυλία αυτή είναι και η πρώτη μέταλ συναυλία που παρακολούθησα, εξαιρουμένων κάτι τοπικών λάιβ στο Ηράκλειο. Οπότε γενικώς νιώθω μέσα μου μια τεράστια ευφορία, ζω το όνειρο, είμαι ανάμεσα σε χιλιάδες μαλλιάδες και τους αγαπώ όλους, είναι φανερό πως πρόκειται για παιδιά με γούστο που μοιράζονται την αγάπη για τους θεούς. Φυσικά βολικά, έχω πατήσει standby στο γενικότερο συναίσθημα μέσα μου ότι οι Metallica είναι άλλο φρούτο πια από αυτό που αγάπησες, sustain disbelief κλπ. Το οποίο μου χάλαγε όταν έβλεπα και κόσμο που εμφανώς δεν είχε την παραμικρή σχέση με την μπάντα ή το metal εν γένει, απλώς οι Metallica ήταν τόσο τεράστιοι εκείνη την εποχή που πλάκωσε και κάποιος άσχετος κόσμος. Θυμάμαι να βλέπω μια παλιά συμμαθήτρια εκεί, συμπαθέστατη αλλά καμία σχέση και να θυμάμαι άπειρα σκηνικά στο δημοτικό που παρέες κορόιδευαν την «φασαρία» που άκουγα. «Τώρα είναι καλά, ε;». Ε, ρηχό παιδάκι ήμουν, αυτά σκεφτόμουν.


Επίσης χάζευα πολύ τα μπλουζάκια γύρω-γύρω. Και τα μαλλιά επίσης, που ήταν διακαής πόθος μου γιατί ήμουν τέτοιο ρηχό παιδάκι και σπαζόμουν που ήμουν απλώς ακούρευτος. Πολλές φάτσες ήταν ψαρωτικές, θυμάμαι μια παρέα ντεθ μεταλλάδων αραγμένων κάπου, μάπες βλοσυρές και στο κεφάλι μου έπαιζαν σκηνές Γαρδελικού χουλιγκανισμού. Ο ένας φορούσε αμάνικη μπλούζα One. Τον κρατάμε και αυτόν στην μνήμη γιατί ήταν ένας από τους 20.



Τα εισιτήρια και τα ρέστα τα είχε αναλάβει όλα ο Νάσος και ο μπαμπάς του. Τα ρέστα εννοώ τα πάσα. Τα είχε παραλάβει από κάπου, δυο φακέλους για μένα και τον Νάσο, που είχαν μια βεβαίωση ότι ναι, κερδίσαμε. Αυτόν δεν τον έβαλα στην κωλότσεπη, ήταν θησαυρός και χρειαζόταν ιδιαίτερη προσοχή. Όταν μπήκαμε μέσα και φτάσαμε στο σημείο που βλέπεις όλο το γήπεδο, από τα πλάγια, ψηλά, μα το θεό, ηλεκτρίστηκα.

Στα αριστερά μου αντίκρισα την τεράστια σκηνή, όπου δέσποζαν σε δυσθεώρητο ύψος, δεξιά και αριστερά, οι νεκροκεφαλές του Pushead από το Sad but True μπλουζάκι, σε πανώ, καλύπτοντας ένα σινικό τείχος ηχείων. Είμαι απολύτως σίγουρος πως κοιταζόμασταν η παρέα και φωνάζαμε σαν καθυστερημένα από τον ενθουσιασμό μας. Μπήκαμε στην αρένα και φυσικά τρέξαμε να πιάσουμε θέση κοντά, κλασσικά πιτσιρίκια.

Επειδή φυσικά είχαμε φτάσει πολύ νωρίς, αράξαμε κάτω και μιλούσαμε. Κάπου εκεί, είπαμε να ανοίξουμε τον φάκελο για να νιώσουμε λίγο ακόμα το πόσο κωλόφαρδοι είμαστε. Είδα πρώτα το χαρτί του Νάσου, που δεν θυμάμαι καθόλου τι έγραφε εκτός από το όνομά του. Ανοίγοντας τον δικό μου φάκελο, έβγαλα από μέσα μια λευκή κόλλα χαρτί, το μοναδικό περιεχόμενο και μα το θεό εις το τετράγωνο, πάγωσε το αίμα μου. «Μα πώς έγινε;», «όχι ρε φίλε» και τα λοιπά παρηγορητικά της στιγμής δεν βοήθησαν καθόλου. Δεν βοήθησε καθόλου και η προσφορά του Νάσου να μου δώσει το δικό του πάσο γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτώ κάτι τέτοιο. Ήμουν μπαρούτι και απογοητευμένος και είπα απλώς «όχι, άστο, δεν θέλω» ή κάτι τέτοιο και έκατσα κάτω κοιτώντας βλοσυρά το έδαφος. Προφανώς θα δοκιμάζαμε έτσι κι αλλιώς και είχα μια ελπίδα, έλεγα, «δεν μπορεί, θα με βάλουν, θα τους πούμε την αλήθεια» και μετά σκεφτόμουν ότι θα φάω πόρτα και ήττα και ήθελα να βάλω λίγο τα κλάμματα αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει κάτι τέτοιο γιατί ήμουν αγόρι χεβιμεταλάς που δεν κλαίνε ποτέ.
Δεν θυμάμαι την διάθεσή μου γενικά μέχρι που μας φώναξαν, οπότε το γυρνάω στο λάιβ ριπόρτ.




Άνοιξαν οι Λευκή Συμφωνία, μια (προφανώς) ελληνόφωνη ροκ/χαρντ ροκ μπάντα που είχε κάνει αίσθηση εκείνη την χρονιά με τον δίσκο «Λευκή Συμφωνία». Θυμάμαι ότι δεν μου άρεσαν, τους έβλεπα με συμπαθητικό μάτι, ειδικά τον τραγουδιστή που το είχε πάρει φιλότιμα αλλά καθ’όλη τη διάρκεια του σετ βαριόμουν και σκεφτόμουν ότι θα ήθελα μεταλλάδες σαπόρτ ή και να πάμε κατευθείαν στους Cult, μπάντα που γούσταρα πολύ. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι παίζανε, με τα ελληνόφωνα γενικά δεν το έχω καθόλου, μπορεί να ήταν και οι Έλληνες Warrior Soul με διασταύρωση Pearl Jam, εγώ χαμπάρι δεν πήρα. Και ο κόσμος ήταν κατά γενική ομολογία ακόμα στην φάση αράζω και πετυχαίνω γνωστούς, το λάιβ ήταν υποτονικό, είχες δέκα μέτρα κρανία Pushead να σε πλαισιώνουν, ε, δεν έβαλαν φωτιά στο δρόμο, δεδομένο αυτό.

Κάπου εκεί, έπεσε η ανακοίνωση.
«Οι νικητές του διαγωνισμού του Ελεύθερου Τύπου παρακαλούνται να έρθουν στα δεξιά της σκηνής». Πήγαμε. Βρήκα εκεί και την αδερφή μου και με είδε καρα-αγχωμένο, της εξήγησα το σκηνικό, μου είπε να μην ανησυχώ, τέλος πάντων πήγαμε. Μια κοπέλα κρατούσε ένα σημειωματάριο και διάβαζε φωναχτά ονόματα. Όσοι το άκουγαν, έδιναν το χαρτί τους, το τσέκαρε, έμπαιναν. Φωνάζει και εμένα, της λέω ότι χάθηκε, πέφτει πάνω της και η αδερφή και ο Νάσος να βεβαιώσουν ότι εγώ είμαι αυτός που λέω ότι είμαι, σκαλώνει η τύπισσα.
«Περίμενε λίγο». Διαβάζει όλα τα ονόματα, δεν βγαίνει κανείς να υποστηρίξει ότι είμαι εγώ, κοιτάζει λίγο, της λέει η αδερφή μου «ο αδερφός μου είναι, δεν είναι τυχαίο το επώνυμο», κοιτάει λίγο, η καρδιά μου έπιασε παλμούς Burning of Sodom και… ανασηκώνει τους ώμους και λέει «πέρνα».
Παραλίγο να ορμήξω πάνω της και να με συλλάβουν για βιασμό αλλά συγκρατήθηκα και απλώς χοροπήδηξα από την χαρά μου, αγκαλιάστηκα με τον Νάσο, του έλεγα «ΠΕΡΑΣΑ ΡΕ, ΠΕΡΑΣΑ, ΝΑΙ!» για να μου πει «σκάσε ρε ηλίθιε, θα σε πάρουν για απατεώνα», οπότε και βλέποντας την σοφία της συμβουλής, το βούλωσα καταχαρούμενος. Σε όλους κόλλησαν στην μπλούζα και ένα αυτοκόλλητο-πασο, ασπρόμαυρο, με το logo και το φίδι. Χλίδα, ανατριχίλα. Η τύπισσα μας είπε «ακολουθήστε με» και αρχίσαμε 20 νοματαίοι να περπατάμε κάτω από τις κερκίδες στο πέταλο για να πάμε να δούμε τους Metallica.

Εκεί ήταν που πρόσεξα τον τυπά με την One. Έξω καθόταν βλοσυρός και με ντεθμεταλικό ύφος οπισθόφυλλου 1991. Τώρα είχε ένα βλαμμένο παιδικό χαμόγελο ενθουσιασμού, γυρνούσε χαρούμενος σε όλους και έλεγε «ρε, πάμε να δούμε τους Metallica!», σε μένα το 16χρονο σκατό, στην αδερφή μου, γενικά σε όλους εκδήλωνε την χαρά του, ήταν εμφανώς τρισευτυχισμένος και με τα πανομοιότυπα συναισθήματα που βίωνα εγώ και οι υπόλοιποι 18. Τον αγάπησα παράφορα.

20 ευτυχισμένοι και η τύπισσα-οδηγός περπατήσαμε λίγο ακόμα, δεν θυμάμαι πόσο, ο χρόνος ήδη είχε αρχίσει να γίνεται σουρεαλιστικά σχετικός. Και τελικά φτάσαμε στο χώρο που θα γινόταν το meet n’ greet.

Στο επόμενο: Part III - Oι Metallica μπροστά μου.

Part I - Πρόλογος
Part II - 27 Ιουνίου 1993
Part III - Big Bob and Jason
Part IV - James Hetfield in his cowboy hat
Part V - Κιρκ Χάμμετ
Part VI - Lars
Part VII - Παρεάκι ισχυρό!
Ξεδιάντροπη ανακοίνωση
Part VIII - Back to the Front

Wednesday, January 11, 2012

Backstage with Metallica, 1993: Part I - Πρόλογος

Part I - Πρόλογος
Part II - 27 Ιουνίου 1993
Part III - Big Bob and Jason
Part IV - James Hetfield in his cowboy hat
Part V - Κιρκ Χάμμετ
Part VI - Lars
Part VII - Παρεάκι ισχυρό!
Ξεδιάντροπη ανακοίνωση
Part VIII - Back to the Front

Το βραβείο για την πιο εντυπωσιακή ιστορία από την καριέρα μου ως μέταλ οπαδός, αντικειμενικά πάει στη συνάντηση που είχα backstage με τους Metallica το 1993, πριν τη συναυλία τους.

Από τη μια μεριά είναι η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία που έχω, απλούστατα γιατί έχει ως θέμα τους Metallica στα ντουζένια τους στην περιοδεία του Βlack Album και οι Metallica πουλάνε. Από την άλλη μεριά γιατί μαζί με τον Kai Hansen και τους Death, οι Metallica είναι στην κορυφή των αγαπημένων μου έβερ γενικά. Στα 80s βέβαια αλλά αυτά είναι για τις λίστες, στην πραγματικότητα, ε, όταν βλέπεις τους Metallica μπροστά σου στα 16 σου, σας διαβεβαιώ ότι δεν σκέφτεσαι «στράβωσα που έγινε εμπορική η μπάντα», όσο και να το σκέφτεσαι όταν δεν είναι μπροστά σου. Που εγώ το σκεφτόμουν δηλαδή, το (ξανα)ομολογώ, ήμουν το κλασικό παιδί που στράβωσε που το integrity μαζί με τις δισκάρες και τον μύθο Metallica μεταλλάχτηκε διά παντός. Αλλά να μην λέω τα δυσάρεστα, η ιστορία είναι διαποτισμένη με φανμποϊλίκι και έτσι θα την κρατήσουμε. Υπάρχει και μια τρίτη μεριά που είναι ενδιαφέρουσα. Για κάποιο λόγο δεν το ξέρει πολύς κόσμος ότι κάποιοι γνώρισαν τους Metallica εκείνη την ημέρα. Είχα διαβάσει μάλιστα σε ένα Hammer (ή Invader; δεν θυμάμαι), χρόνια μετά, κάποιον που έγραψε "μην ακούτε αυτούς που πουλάνε παραμύθια ότι γνώρισαν τους Metallica τότε, μόνο τα παιδιά από το catering τους είδαν" ή κάπως έτσι. Το οποίο ειλικρινά ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς προέκυψε. Λοιπόν, η αλήθεια είναι ότι οι Metallica μίλησαν και αράξανε για κανά τέταρτο(;) με 20 άτομα από το κοινό. Και είχε και ένα φωτογράφο. Και μια κυρία που μας πήγε μέχρι τα παρασκήνια. Προτρέχω όμως.


Ανακοινώνεται λοιπόν που λέτε ότι θα έρθουν οι Metallica. Πού ακριβώς το άκουσα ότι θα έρθουν δεν θυμάμαι καθόλου δυστυχώς και μου χαλάει το ίντρο, οπότε θα αυτοσχεδιάσω την σκηνή τοποθετώντας με σε μια τυπική μέρα του 1993. Πιθανότατα είχε γίνει έτσι και ο αυτοσχεδιασμός μου να είναι απλώς η ίδια η ανάμνηση.



Βρισκόμουν που λέτε ανάμεσα από δύο γυναίκες που μου χάιδευαν τα μαλλιά και άκουγαν προσηλωμένες την ανάλυσή μου για το πόσο σπουδαίος αλλά και παραγνωρισμένος δίσκος είναι το Mind Wars των Holy Terror. Η βελούδινη αλλά και αντρίκεια χροιά μου τις είχε υπνωτίσει και αν δεν είχε ακουστεί το νέο από το ραδιόφωνο θα είχαμε άλλα. Metallica. Νέα Σμύρνη. Καλοκαίρι. Παροξυσμός χαράς και οι κοπέλες δεν κρατήθηκαν και τελικά είχαμε και τα άλλα. Good times.

Μετά από αυτήν την άκρως ρεαλιστική παρένθεση, (μάλλον) πήρα τηλέφωνο τον Νάσο. Ή τον Γιάννη. Ή και τους δύο, γενικώς σαν σφιχτοδεμένη μπάντα όλοι την ώρα παρέα κάναμε, μαζί θα ήταν. Γεγονός της χιλιετίας. Ό,τι και να λέγαμε για το Black Album, που όπως είπα, λέγαμε, έρχονταν οι Metallica. Γκέγκε; Πρώτη φορά. Έβερ. ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ 1988!

Κρήτη, ξε-Κρήτη, θα είμασταν εκεί, αυτό το γνωρίζαμε με απόλυτη βεβαιότητα και ας ήμουν 16 εγώ και 15 οι άλλοι. Το μεγάλο κλου όμως συνέβη αργότερα, όταν έπεσε στα χέρια μου ο Ελεύθερος Τύπος, αυτή η εφημερίδα, ούτε θυμάμαι σε ποιανού το σπίτι την βρήκα και γιατί την διάβαζα. Εκεί είχε την είδηση της συναυλίας αλλά και Μεγάλο Διαγωνισμό (ή Σούπερ Διαγωνισμό, κάτι γκράντε πάντως). Αν μας απαντήσετε στις πολύ δύσκολες ερωτήσεις που ακολουθούν και είστε από τους 40 πρώτους που πιάσουν γραμμή στο τηλέφωνο, είτε θα κερδίσετε meet n’ greet pass, είτε θα μπείτε στο snakepit (η τρύπα στην μέση της σκηνής στην περιοδεία του Black Album) να παρακολουθήσετε τον James πιο κοντά και από τον Lars. Μάδερ φάκερ, σάλια παντού.

Οι πολύ δύσκολες ερωτήσεις ήταν ποιος ήταν ο πεθαμένος, η δισκογραφία μέχρι τότε (οι εξής 5 δίσκοι) και ποιοι ήταν οι ιδρυτές. Παλούκια πραγματικά. Φορ δε ρέκορντ, την επομένη του διαγωνισμού, μέσα στους νικητές σύμφωνα με το άρθρο ήταν και μια κοπέλα που «τους είπε ακόμη και σε ποια παραλία του LA βρέθηκαν να τα πουν» Ναι, την παραλία. Ούτε εγώ παιδιά. Χαιρετίζω αυτή την κοπέλα που τρόλαρε τον δημοσιογράφο, ελπίζω να κέρδισε κάτι έξτρα. Αυτός εντυπωσιάστηκε με το εύρος των γνώσεων των οπαδών: «το μόνο που δεν μας είπε ήταν και το χρώμα των μαγιώ που φορούσαν ο Lars και ο James!», σχολίαζε με θαυμασμό και καταπληκτικό χιούμορ.
Εν πάση περιπτώσει, εμείς (Νάσος και εγώ), την αράξαμε την μέρα του διαγωνισμού σπίτι του δίπλα στο τηλέφωνο. Νομίζω 1 ή 2 το μεσημέρι ξεκινούσε ο χρόνος. Αλλά είχαμε το Κρυφό Όπλο: Το αναλογικό τηλέφωνο. Παπάρια κρυφό, το 1993 πολλοί είχαν ακόμα. Άλλο ήταν το μυστικό όμως…


Στα αναλογικά τηλέφωνα, αυτά με το γυριστό καντράν λέω, αν κρατήσεις το τελευταίο νούμερο χωρίς να αφήσεις το καντράν να επανέλθει, δεν παίρνει τηλέφωνο, αλλά δεσμεύει την γραμμή. Έτσι είπε κάποιος στον Νάσο δηλαδή, ιδέα δεν είχαμε αν ισχύει. Εμείς πάντως, you bet your ass, δεσμεύσαμε την γραμμή πέντε λεπτά πριν, τουτέστιν κρατούσα το δάχτυλό μου στο τελευταίο ψηφίο και άρχισα να τρέμω από προσμονή. Μιλάμε για στομάχι φουλ της πεταλούδας, νοερή προσευχή και βλέμματα αγωνίας στον Νάσο που κοιτούσε το ρολόι του σαν τον τύπο της NASA με το γιλέκο στην εκτόξευση πυραύλου. ΟΚ, το παραδέχομαι, πήγαμε να κλέψουμε κιόλας, πήραμε και δέκα και πέντε λεπτά νωρίτερα και μας την είπανε. Αλλά δεσμεύσαμε και εμείς το τηλέφωνο και τελικά ο Νάσος είπε «πάμε!» και άφησα το καντράν να γυρίσει και να καλέσει.

…Μιλούσε. Ξαναπήραμε. Μιλούσε. Σκατά και απόσκατα. Ποιος βλάκας με είχε να κρατάω το δάχτυλο μου στην συσκευή ήθελα να ξέρω. Ξαναπήραμε. ΚΑΛΕΙ! Χάι φάιβ!
Μην τα πολυλέω, τις ήξερα τις απαντήσεις (εγκυκλοπαίδεια παιδί μου) και... κέρδισα! Το ακόμα πιο ωραίο βέβαια ήταν ότι είπα στον τύπο «κοίτα, είναι και ένας φίλος εδώ, τα ξέρει και αυτός, κερδίζει και αυτός, έτσι;». Έτσι. Ταυτόχρονα από την Αθήνα, η αδερφή μου (the Annihilator sistah!) κέρδιζε και αυτή. Τρου στόρι, καμία συνεννόηση, κανένα βύσμα. 3 από τα 20 Meet n’ Greet πάσα στα χέρια μας, καθόλου άσχημα.

Κλείνοντας το τηλέφωνο θυμάμαι ότι χοροπηδάγαμε σαν τα κατσίκια, αγκαλιαζόμασταν στον αέρα, φωνάζαμε πολύ και μας την είπε γελώντας η μητέρα του Νάσου. Μεγάλες στιγμές. Πολύ μεγάλες στιγμές. Η χαρά της ημέρας γιορτάστηκε τρώγοντας σνίτσελ. Άσχετο, το ξέρω. Αλλά ήταν φοβερά σνίτσελ.

"Ρε. Θα δούμε Metallica ρε".

Στο επόμενο: 27 Ιουνίου 1993.

Part I - Πρόλογος
Part II - 27 Ιουνίου 1993
Part III - Big Bob and Jason
Part IV - James Hetfield in his cowboy hat
Part V - Κιρκ Χάμμετ
Part VI - Lars
Part VII - Παρεάκι ισχυρό!
Ξεδιάντροπη ανακοίνωση
Part VIII - Back to the Front

Tuesday, July 12, 2011

4. H Ιστορία των Ensemble - Live ντεμπούτο

1. H Ιστορία των Ensemble - In the Beginning...
2. Η Ιστορία των Ensemble - Τώρα και με λιντ γκιτάριστ!
3. Η Ιστορία των Ensemble - Η Μεγάλη Παρένθεση: Rock n' Roll Cafe

Είμαστε έτοιμοι. Θα παίξουμε λάιβ. 1η Σεπτεμβρίου 1993, μια κοσμοϊστορική ημερομηνία, όπου σύμφωνα με την wikipedia δεν έγινε τίποτα άξιο λόγου εκτός από την γέννηση της Ilona Mitrecey που είναι ένα γαλλικό σκατόπαιδο που έκανε ένα νούμερο 1 με μια απελπιστική eurodance φλωριά. Που δεν ξέρω γιατί ακούω αυτή τη στιγμή, δεν υπήρχε περίπτωση να βγει καλό. Όχι ότι η 1η Σεπτεμβρίου μόνη της βάζει φωτιά στο δρόμο, ανεξαρτήτως χρονιάς. Ημέρα λέει Ανεξαρτησίας του Ουζμπεκιστάν. Fascinating. Ημέρα Αποτροπής Καταστροφών στην Ιαπωνία λέει. Όπου μαζεύονται όλοι μαζί στη Φουκουσίμα και αναλογίζονται τι παπαριά μέρα είναι αυτή φαντάζομαι.

1η Σεπτεμβρίου 1993 πάντως, οι Ensemble Mk I:

Vocals: Εγώ. Μετάλικα οπαδός.
Bass: Γιάννης «Νταχάου». Το οποίο ψευδώνυμο δεν βγήκε γιατί ήταν φασίστας το παιδί ή εβραίος με ευαίσθητη μνήμη. Μια μέρα κάπνιζε μεθυσμένος και αντί να κατεβάζει τον καπνό τον άφηνε να βγαίνει ντουμάνι από το στόμα του. Ένας εξίσου μεθυσμένος φίλος το βρήκε πολύ αστείο και σχολίασε «χα, πώς είσαι έτσι, τι είναι αυτό, σαν το Νταχάου ρε». Εννοούσε τους φούρνους που είναι αρκετά εντυπωσιακό να σκεφτείς τον συσχετισμό. Δηλαδή βλέπεις πολύ καπνό και σκέφτεσαι ένα κρεματόριο ανθρώπων. Χμ. Μακάβριο και αναίσθητο, επίσης πολύ καθυστερημένο αλλά πολύ θρας για 16χρονο. Φυσικά το υιοθετήσαμε. Φυσικά δεν κράτησε πέρα από την μπάντα. Μετάλικα οπαδός.
Κιθαρίστας: Νάσος. Σλέιερ οπαδός. Εκτός από Μετάλικα.
Τύμπανα: Φιλώτας «Φιλώτας». Για το διπέταλο. Double. Εντάξει, προφανώς κολλάγαμε καθυστερημένα νικνέημς. Δεν θυμάμαι αγαπημένη μπάντα. Ε, και αυτός Μετάλικα οπαδός θα ήταν.
Κιθαρίστας: Θοδωρής. Όχι μέταλ οπαδός.

…με σέτλιστ αυτό το σχιζοφρενικό, περιέργως σχεδόν προβλεπόμενο, ετερόκλητο πράμα:

  • Born to be Wild - Steppenwolf
  • Should I Stay or Should I Go - The Clash
  • I Wanna Be Your Dog - The Stooges
  • Paranoid - Black Sabbath
  • Somebody Put Something in My Drink - Ramones
  • Anarchy in the UK - Sex Pistols (Megadeth version)
  • In a Gadda da Vida - Iron Butterfly (Slayer version)
  • Highway to Hell - AC/DC
  • Buried Alive - Venom
  • For Whom the Bell Tolls - Metallica
  • Enter Sandman - Metallica
  • Am I Evil? - Diamond Head (Metallica version - το μισό, πριν μπει η φοβερή αλλαγή με την επακόλουθη σολάρα, όπως το έπαιζαν τότε λάιβ)
  • Whiplash - Metallica
  • So What? - Metallica

H σειρά δεν ήταν αυτή πέραν του Born to be Wild που ήταν σίγουρα το opener.

Δεν θυμάμαι καθόλου πώς οργανώθηκε το σκηνικό, πάντως καταφέραμε και κλείσαμε το Αγάπη (όνομα μαγαζιού που έκανε και καφρολάιβ - how ironic) για να ροκάρουμε και να ζήσουμε το όνειρο.

Το Αγάπη ήταν ένα υπόγειο μαγαζί στην Χάνδακος, ένας πεζόδρομος (πλέον, όχι τότε) με καφετέριες που κανα-δυο μάζευαν τους ροκάδες / μεταλλάδες / μαλλιάδες / χάληδες του Ηρακλείου. Τα πιο σημαντικά εξ αυτών (που θυμάμαι γιατί συχνάζαμε) ήταν τα Tassos Place, Μαγεμένος Αυλός, Οδύσσεια. Το πρώτο ήτο κακόφημο μέρος με ιστορίες για αγρίους το οποίο μετονομάσθη αργότερα σε Τόξο (και άρχισε να μαζεύει πολύ νεαρότερες ηλικίες) και σήμερα επιμένει ακάθεκτο μετονομασμένο σε Route 66 και είναι συμπαθέστατο παρόλο το winamp μουσικό πρόγραμμα. Αυτό και το Jailhouse για ροκ και άνω σήμερα. Κλείνει η παρένθεση για το Ηράκλειο by night και επιστρέφω στο Αγάπη. Αργότερα ονομάστηκε Underground (άλλη μια κίνηση κυριολεξίας υποθέτω) και λίγο καιρό αργότερα έληξε άδοξα την πορεία του ως μέρος με πλυντήρια, σαν αυτά τα αμερικάνικα. Νομίζω. Πλυντήρια πολλά, αυτό οραματιζόμουν όταν το έβλεπα απέξω. Anyway. Τώρα δεν είναι τίποτα. Δεν έχει ταμπέλα, δεν έχει ίχνη ζωής, ποιος ξέρει. Όχι εγώ πάντως. Back to 1993.

Η εμπειρία που είχαμε από το μέρος ήταν ότι είχαμε δει εκεί λάιβ τους Hangover, μέταλ μπάντα πριν από μας και τα μέταλ πάρτι όπου ράντομ περίεργοι τύποι γλιστράνε στα πόδια σου παίζοντας εξωφρενικά στην αόρατη κιθάρα το σόλο του Sleepless Nights. Για να δέσει το γλυκό μιας και την είχαμε δει σίριους μπίζνες organisers είπαμε να παίξουμε σαπόρτ στους Ανεπρόκοπους. Αυτή ήταν μια τοπική ελληνόφωνη ροκ μπάντα που απαρτιζόταν από μέλη των Victory Parade. Με δικά τους κομμάτια, με κόσμο να τους ξέρει και βετεράνοι. Οι VP είχαν και demo, σαν να λέμε οι Iron Maiden της πόλης. Καλοί ήταν. Ο τραγουδιάρης/κιθαριστέρ καλός και με ωραία φωνή και ο ντράμερ ογκώδης και επιβλητική φυσιογνωμία. Όλα καλά, συμφωνήσανε, οπότε πιάσαμε την καλή, φέραμε και όνομα κράχτη για το live ντεμπούτο μας. Γαμώ τα παιδιά, απλώς γέλασαν όταν είδαν το σετλιστ μας που ας πούμε είχε αρκετά κοινά στοιχεία με το δικό τους. Ούτε που θυμάμαι ποια.

heading for tomorrow coverΗ προετοιμασία για το Μεγάλο Γεγονός ήταν μια διαδικασία για την οποία όπως είπα δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, κυρίως γιατί δεν την έτρεξα εγώ. Θυμάμαι καλά όμως την αφίσα, η οποία ήταν ο τύπος από το Shocker στην ηλεκτρική καρέκλα. Με κολάζ από πάνω την λέξη Live με γουάου τρόπο γραμμένη (κομμένη από ένα Μέταλ Χάμερ της εποχής, νομίζω από Van Halen ανταπόκριση) και με επαγγελματικό (=χοντρό βασικά) μαρκαδόρο αριστοτεχνικά γραμμένα plainly τα ονόματα των γκρουπ. Η λεπτομέρεια που σκοτώνει και αναρωτιέμαι ώρες-ώρες τι πληροφορίες συγκρατεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος («τι σου είναι ο άνθρωπος τελικά»), είναι ότι το «Ο» από το ΠΡΟ στο Ανεπρόκοποι κύκλωνε επακριβώς την βουβωνική χώρα του τυπά και εμείς γελάγαμε. Βλαμμένα παιδί μου, τελείως.

Η πιο ρομαντική ανάμνηση από το pre-live ήταν η αφισοκόλληση. Προηγήθηκε εμπλοκή φωτοτυπία (έγχρωμη Α4, κυριλέ πράματα, ακριβά) και σχηματισμός αφοσιωμένου street team. Εμείς δηλαδή σε ομάδες των δύο. Να κολλάμε τώρα όπου έβαζε ο νους μας. Θυμάμαι ότι ο νους μας έβαλε και μια τσουλήθρα σε μια παιδική χαρά. Πάρκο είδαμε, μπήκαμε, πού να την βάλουμε δεν χωρούσε να κάτσει και πουθενά αλλού, στην τσουλήθρα λοιπόν. Με σελοτέιπ όλο αυτό. Την μαγεία της κόλλας την ανακαλύψαμε σε επόμενο λάιβ, χοντρό γέλιο και εκεί, σπιτική αλευρόκολλα που έκανε την αφίσα κώλο. Αλλά αργεί ακόμα αυτό το σκηνικό.

Για την ώρα κολλάμε αφίσες σε φροντιστήρια, σχολεία, κολώνες της ΔΕΗ, σε μαγαζιά και ΝΙΩΘΟΥΜΕ. Περπατάμε στο Ηράκλειο και βλέπουμε την αφίσα της μπάντας ΜΑΣ.

…η οποία ήδη λέγεται Ensemble παρεμπιπτόντως. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς συνέβη αυτό. Θυμάμαι όμως ότι η λέξη προτάθηκε από εμένα που προφανέστατα την είχα σταμπάρει από το War Ensemble των Slayer. Λογική διαδικασία: Παίρνεις τις αγαπημένες σου μπάντες και τσεκάρεις ονόματα κομματιών και στίχους, μαλάκες ήταν οι Overkill και οι Exciter δηλαδή; Τώρα γιατί Ensemble συγκεκριμένα και όχι Crionics ξέρω γω, το λεξικό να’ναι καλά που μας πληροφόρησε ότι η λέξη συχνά αναφέρεται σε ένα γκρουπ μουσικών που αποτελούν μια ομάδα. Για μας το έλεγε δηλαδή. Ensemble λοιπόν. Σε μια άλλη περιοχή της πόλης κάποιοι άλλοι ονόμαζαν την μπάντα τους Undamaged Destiny. Δεν το ξέρω επίσημα ότι βγήκε από το Escape των Metallica αλλά αν δεν βγήκε κάποιος μας δουλεύει. Το ρεζουμέ είναι ότι η μέθοδος δεν πεθαίνει ποτέ.

Την ημέρα πριν την συναυλία ΣΚΙΣΤΗΚΑΜΕ στις πρόβες. Όλοι θέλαμε προφανώς το καλύτερο. Ο Θοδωρής είχε πει ότι θα αποχωρήσει στο καπάκι, μιας και κατάλαβε ότι είχε μπλέξει με τύπους που χτυπάγανε κόκκινο στο καφρόμετρο. Αλλά υπήρχε ένα πείσμα να μην πάει χαμένος ο κόπος και η φάση γενικά που περάσαμε παρεόνι. Οπότε πηγαίναμε με πολύ, πάρα πολύ, όρεξη. Εγώ ειδικά με τόσο όρεξη που στις πρόβες τα έδωσα τόσο πολύ που ξύπνησα την ημέρα της συναυλίας με κλειστή φωνή.

Τέλεια. Την πάτησα σαν καθυστερημένος. Πόρωση, χτύπημα και λαρύγγι τεντωμένο στην τσίτα με τέρμα το volume, με μηδενική τεχνική, με πλήρη άγνοια των εννοιών «ζέσταμα» και «ξεκούραση» και τέτοια επιστημονικά. Η φωνή μου που είναι μέτρια γενικώς, τώρα ήταν και με ιατρική βούλα σκατά. Με έντονο volume μπορούσα να μιλήσω, σε κανονικές εντάσεις ήταν σαν να παίζει το πιτσιρίκι με το mute του τηλεκοντρόλ μαζί με άπειρα κοκοράκια.

Αλλά εντάξει, νέοι, βλαμμένοι, πάμε, και λοιπόν; Στούμπωσα τις τσέπες μου με Halls και όλα καλά, είχα δει και διαφήμιση με τενόρο, μαλακώνει και γλυκαίνει τον λαιμό (αμέ, αργότερα έκανε και ο Ζουγανέλης την αντίστοιχη για τις Bucolem). Στο μαγαζί στήνουμε ήχο, ντραμ κιτ, κάνουμε soundcheck και όλα αυτά τα πρωτόγνωρα. Η «σκηνή» ήταν το πάτωμα. Ο χώρος είχε σχήμα Γ με το κάθετο να είναι εμφατικά πιο μακρύ από το οριζόντιο του σχήματος. Έβαζε καμιά 150άρα; 200 επικίνδυνα και απάνθρωπα παστούς. Ένταση μπόλικη, νο πρόμπλεμ. Από ηχητική, δεν ξέρω. Φαντάζομαι φρικτή αν κρίνω από ό,τι άλλο είδα εκεί αλλά τότε ζούσα σουρεάλ καταστάσεις και δεν είχα επίγνωση του τι ακούγεται. Στο soundcheck ας πούμε, με το που πιάνω να τραγουδήσω το Born to be Wild (χμ.) έρχεται (σχεδόν) πανικόβλητος ο τραγουδιάρης και ο ντράμερ των Ανεπρόκοπων και μου λένε «ρε συ, μην φωνάζεις ρε, πιο ήρεμα, δεν χρειάζεται».

Χμ-χμ. Αυτό δεν μου έκανε καλό και δεν έκανε καλό και στους υπόλοιπους. Το θέμα πλέον είναι σοβαρό. Πρέπει να κάνουμε κάτι. Και πήγαμε για τσάι. Τι πιο φυσικό; Να μπαίνουν σε ήσυχο τεϊοποτίο πέντε κάφροι και να ζητάνε «τσάι, ζεστό, με πολύ μέλι, τώρα». Και για να υπάρχει και μόντι πάιθον σασπένς η κοπελιά μας έφερε Ice Tea. Εννοείται. Το ήπιε ο μπασίστας όμως, χαμένο δεν πήγε. Μετά ήρθε και το δίκο μου αφέψημα. Καλό ήταν αλλά πρέπει να πω πως ένιωθα κάπως να ρουφάω το τσαγάκι μου και να με κοιτάνε τρεις κάφροι απεγνωσμένα.

Τα ωραία όμως ξεκίνησαν με το που άρχισε να σκάει ο κόσμος. Κατ’αρχάς σε μια έκρηξη οικογενειακής υπερηφάνειας ήρθαν τα δύο αδέρφια μου. Ειδικά ο μεγάλος το πήρε τόσο πατριωτικά το θέμα που έκατσε στην είσοδο να κόβει τα εισιτήρια. Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό αλλά ήταν συγκινητικό. Τελικά το μαγαζί τίγκαρε σε κόσμο, από τα εισιτήρια έφυγαν καμιά 115αριά, βάλε και τις μπάντες και τα συγγενικά πρόσωπα-τζαμπατζήδες, όμορφα, great success. Στο κοινό βρισκόταν κόσμος που γνώρισα για πρώτη φορά, πολύς καλός μεταλόκοσμος, κανα δυο εκ των οποίων αποδείχτηκαν πολύ χρήσιμοι (ένας εξ αυτών μου έμαθε τους Leatherwolf ας πούμε). Επίσης στο κοινό βρισκόταν και ο μελλοντικός μας κιθαρίστας, ο Αλέξης, νεοαφιχθείς από Αθήνα. Αυτό έχει σημασία γιατί αργότερα όταν γνωριστήκαμε καλά, μου έδειξε και ένα γράμμα που έστειλε στους φίλους του, όπου τους πληροφορούσε ότι είδε μια «καλή» μπάντα που «την έλεγαν Pretenders νομίζω». Χιλέριους.

Άλλο αξιομνημόνευτο γεγονός από εκείνο το λάιβ ήταν ότι η μπότα του Φιλώτα κουνιόταν μπροστά με κάθε χτύπημα. Η λύση που μηχανεύτηκα (Μαγκάιβερ επίπεδα) ήταν να βγάλω όλο το λάιβ και το soundcheck με το ένα πόδι πίσω να κρατάει κόντρα. Το οποίο δούλεψε υπέροχα, όχι μόνο είχα ένα κατεστραμμένο λαρύγγι, είχα και πιασμένο το πόδι όλη την επόμενη μέρα. Αλλά μπορώ να πω με απόλυτη ακρίβεια την απόδοση της μπότας για όλη την βραδιά.

Είχα άγχος. Το οποίο διαλύθηκε αρκετά γρήγορα όταν με μια μαγική κίνηση πριν ανέβω περπατήσω προς την σκηνή έβγαλα τα γυαλιά μου για να μπορώ να κοπανηθώ σαν άνθρωπος. Την μαγεία των φακών επαφής την ανακάλυψα πολύ μετά τους Εnsemble. Οπότε ρεαλιστικά αυτό που έβλεπα ήταν ούτως ή άλλως η πρώτη σειρά, μέσα στα σκοτάδια και αυτή με θολούρα. Piece of cake. Για πάρτη μου τραγουδούσα, κυριολεκτικά, δεν έβλεπα και κανέναν άλλο. Εντάξει, υπερβάλλω, την πρώτη σειρά την έβλεπα.

Λοιπόν τα πήγαμε μια χαρούλα. Φαντάζομαι σαν μια αξιοπρεπή μαθητική μπάντα με το πλεονέκτημα του πιο τολμηρού σε heaviness σετλιστ από το συνηθισμένο. Το κοινό ήταν φιλότιμο με στρατηγικά τοποθετημένους φίλους σε καίρια σημεία οπότε είχαμε ζεστό χειροκρότημα. Το θερμότερο χειροκρότημα το εισπράξαμε στο I Wanna Be Your Dog… να πάρει! Αλλά η καλύτερη στιγμή ήταν στο So What? Πρώτον γιατί είδα τον αδερφό μου που καθόταν μπλαζέ στην μπάρα να τραγουδάει πορωμένα και ένιωσα συγκίνηση και δεύτερον γιατί ο ίδιος με πληροφόρησε ότι στα μετόπισθεν είχε παιδιά που δεν είχαμε πάρει χαμπάρι που εκστασιάστηκαν όταν άκουσαν το ριφ του «Ω! Το So What ρε!». Μετράει, τιμάγαμε το τρίμπιουτ μας, obscure (σχετικά μιλώντας…) b-side μπόμπα. Επίσης, έπεσε κλωτσοπατινάδα και σε αυτό και στο Whiplash, το οποίο θεωρώ ότι είναι το thrash ανάλογο με μια γυναίκα να πετάει το τριαντάφυλλο στον ταυρομάχο, μια κίνηση εκτίμησης, ικανοποίησης και σεβασμού στον περφόρμερ. Τι «ολέ!», τι αγκωνίδια, same principle really.

Όταν έληξε η φάση, βγήκαμε έξω να πάρουμε μπύρες. Γιατί έξω και όχι μέσα δεν ξέρω, απλά έπρεπε να βγούμε να φωνάξουμε σαν βλαμμένα με τον Νάσο ότι «πω πω μαλάκα ΠΑΙΞΑΜΕ ΛΑΪΒ!». Όταν επιστρέψαμε οι Ανεπρόκοποι έπαιζαν (φανερά καλύτερα και πιο έμπειρα) και ο κόσμος συμμετείχε ωραιότατα και νιώσαμε μια εξτρά ικανοποίηση για την βραδιά που οργανώσαμε.

Οι τελευταίες αναμνήσεις που έχω από εκείνο το βράδυ είναι ενός τύπου να με κοροϊδεύει για την κλειστή φωνή μου και να καθόμαστε με τον Θοδωρή και τον αδερφό μου σε πλήρη ευτυχία. Ο Θοδωρής ήταν και αυτός πολύ χαρούμενος και πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερη αποχώρηση μέλους. Του ύψους και του βάθους η μπάντα στον τομέα αυτό.

Η πρώτη περίοδος είχε τελειώσει ένδοξα. Το θέμα ήταν τι θα κάνουμε για να μπούμε στην δεύτερη. Έπρεπε να βρούμε κιθαρίστα. Τελικά βρήκαμε τον κιθαρίστα αλλά προλάβαμε και κάναμε μια συναυλία ακόμη με τον Θοδωρή, συμμετοχή της τελευταίας στιγμής, όπου εισπράξαμε και το πρώτο stage diving. Τέτοια μεγαλεία.

Στο επόμενο τεύχος: Ο Nick «Χάος», το σπασμένο χέρι και το λάιβ στο 3ο ΓΛΗ. «Έλα Φιλώτα, παίζει λάιβ, μπορείς να είσαι εδώ σε μισή ώρα;»

Παράκληση: Όποιος έχει φωτογραφικό υλικό (κοιτάω εσένα Νταχάου!) να το αποστείλει.

Wednesday, July 06, 2011

Kai Hansen - Part II: Heading for Tomorrow & Gamma Ray

<< Part I: Helloween

Είμαι πάνω στην καψούρα για την δουλειά των Helloween και συγκεκριμένα του Kai Hansen. Αφού αποδείχτηκε σαπουνόφουσκα η κολοκύθα (κατά το μάπα το καρπούζι), το προφανές ήταν να στραφώ στους Gamma Ray. Έχουν βγάλει δυο δίσκους με χλιαρό ίμπακτ στην μεταλλική ατμόσφαιρα. Το ντεμπούτο έλαβε γενναία κάλυψη από το Χάμερ, το δεύτερο τρίχες. Και λάιβ καλά λέει αλλά αυτό εμένα δεν μου προσφέρει τίποτα, η μοναδική συναυλία που έχω δει είναι οι Τρύπες στο Ηράκλειο ξέρω γω.

Αλλά καψούρα για Χανσενομουσικές, επιβεβαίωση από τον γκουρού να τσεκάρω τους Gamma Ray («ε, σχεδόν τα ίδια παίζει»), μαζεύω λεφτά και τραβάω για το αύριο.

heading for tomorrow cover

Το εξώφυλλο είναι λίγο (όσο πατά ο ελέφας) αδιάφορο, ο Hansen και ο Scheepers ατενίζουν το προαναφερθέν Αύριο σε μπλε αποχρώσεις. ΟΚ. Μέσα τα πράγματα είναι λίγο πιο ομαδικά αλλά υπάρχει μια ελαφριά γερμανοβλαχιά που ακόμα δεν κατάλαβε ότι αλλάξαμε δεκαετία. Εμένα πάντως μου άρεσε ο ντράμερ στα μετόπισθεν, έβγαζε μια κουλ αραξομπίχλα, πιθανώς η ιδέα μου.

gamma ray 1990
Προσπερνώντας αυτά τα επιφανειακά, φόρεσα τα ακουστικά μου και ετοιμάστηκα να ακούσω τον δίσκο που έγραψε ο Kai αποχωρώντας από τους Helloween στο peak της καριέρας τους. Το πόσο σημαντικό στοιχείο των Helloween ήταν ο Kai είναι δεδομένο. Υποτίθεται έφυγε γιατί το κλίμα δεν του άρεσε, δεν ένιωθε καλά. Υπήρχαν τριβές με τον Weiki, πιθανόν την εποχή εκείνη να είχε γίνει και μια ψιλοκλίκα Kiske-Weikath, στο ψου-ψου-ψου πιο πολύ, κούραση με τους ρυθμούς, τέτοια πράγματα. Ο στόχος του ήταν να φτιάξει μια μπάντα που θα πάρει το Keepers στοιχείο να το πάει παραπέρα με έναν αισιόδοξο Χανσενικό αέρα. Εννοείται πως μιλάμε για κτηνώδες ρίσκο και αξιοθαύμαστη κίνηση. Έχεις πιάσει την καλή και είσαι πρώτη μούρη, τα παρατάς όλα και πάλι από την αρχή.

Και μπαίνει το Welcome, ένα κλασικό Helloween ίντρο. Πολύ όμορφο, ντυμένο με βιολιά, συνδυάζει μια γλυκιά επιβλητικότητα με μια ημι-επική μελωδία του Kai στην κιθάρα που οδηγεί σε μια νότα προσμονής που δίνει θέση στο power/speed riff του Lust for Life. Ριφάρα. Δυναμική, πολύ Hansen, ακολουθεί την καλή και δοκιμασμένη συνταγή της ρυθμικής με σάλτσα lick από πάνω. Μια χαρά. Ο ήχος είναι πολύ καλός, προσωπικά την καταβρίσκω με τον ήχο και το παίξιμο των τυμπάνων επίσης και μπαίνει και ο Scheepers.

Ε, Κίσκε φάση φωνή στην ικανότητα λαρυγγιού, χροιά επαρκώς ιδιαίτερη αλλά όχι και Kiske. Εξαιρετική τεχνική στις ψηλές (δίμετρες και πάνω) νότες. Το κομμάτι είναι εξαιρετικό, χαρούμενο αλλά όχι χαζοχαρούμενο και κυρίως μπαίνει ένα ΤΙΤΑΝΙΟ σόλο. Μιλάμε για σολάρα που φτάνει στην κορύφωση στο 3:30 νταν (αποτυπωμένο στο κεφάλι με το καντράν του CD player) όπου γυρνάει σε ένα θριαμβευτικό κλασσικότροπο θέμα που μου σήκωνε την τρίχα για μήνες.

Το όλο feeling με τούμπαρε, την πάτησα αγρίως. Βασικά είναι πολύ απλό: Όλα είναι χάλια γύρω μας, μιζέρια, απογοήτευση, οπότε επιστρέφουμε στα basics: Ξανασηκωνόμαστε, φτύσιμο στην μάπα του άγχους και αγκαλιάζουμε την Ζωή και την Χαρά.
Εγώ όμως ήμουν (ειδικά τότε, ω!) πολύ κυνικός, κανονικά θα έπρεπε να μειδιάζω στην καλύτερη. Αλλά αυτός ο δίσκος και αυτός ο μουσικός δεν μου έβγαλαν κάτι τέτοιο. Γιατί η ίδια η κυκλοφορία που κρατούσα στα χέρια μου στήριζε 100% καλλιτεχνικά ακριβώς αυτό το όραμα. Ο Kai ερχόταν από μια σκοτεινή περίοδο εγκατάλειψης (διπλής κατεύθυνσης σαφώς) και βλέποντας το δημιούργημά του να φεύγει από τα χέρια του, κομπλέ με διάφορα κερασάκια όπως το εξώφυλλο του Live in the UK (κορυφαίο live). Στο σκίτσο ο δεύτερος κιθαρίστας, με εντολή από την EMI, ζωγραφίστηκε σαν το ενδιάμεσο του Hansen και του Grapow (του αντικαταστάτη του δηλαδή που δεν παίζει νότα στο δίσκο). Κακομοιριά.

Kai Hrapow

Kai Hrapow




Θα περίμενε κανείς (εγώ σίγουρα πάντως) να υπάρχει και ένας θυμός, ένα νεύρο, μια κάποια μαυρίλα στην μουσική. Αντιθέτως υπάρχει το Lust for Life και όλο το υπόλοιπο άλμπουμ που σου βγάζει έναν αέρα υπέρβασης, «πάνε αυτά, κοιτάμε μπροστά», πολύ πειστικά για μένα τέλος πάντων.

Ο δίσκος είναι σχεδόν άψογος. Δύο στιγμές τις θεωρώ κατώτερες. Πρώτον το Heaven Can Wait, το οποίο κατ’εμέ ξεπερνά την θολή γραμμή μεταξύ χαρούμενου και χαζοχαρούμενου που έλεγα πριν. Βέβαια αυτό ήταν το χιτάκι για πολύ κόσμο που ψοφάει για γιαπωνεζοσουξέ εύπεπτα και ανάλαφρα, so what do I know? Δεύτερον, η μοναδική σύνθεση (πλην της διασκευής βέβαια) που δεν είναι του Hansen. Το Freetime του Scheepers. Το οποίο δεν είναι και αισχρό, απλά είναι ένα ροκάκι με αδιάφορο (έως ηλίθιο για τους κακεντρεχείς αυστηρούς) ρεφρέν. Άφοβο σκιπ, δεν χάνετε τίποτα.

Από εκεί και πέρα όμως τα πράγματα είναι πραγματικά καλά και υψηλού επιπέδου και πανεύκολα στέκονται αξιοπρεπώς στην αλυσίδα κυκλοφοριών των Helloween προηγουμένως. Εκτός του Lust for Life υπάρχει και το The Silence, μια μπαλάντα με πανέμορφες μελωδίες, γεμάτο ρεφρέν, μια εντυπωσιακή αλλαγή με ακουστικές κιθάρες που οδηγεί σε ένα κλάσικ Hansen σόλο περιοπής και κυρίως μια άψογη ερμηνεία του Scheepers. Εξίσου εντυπωσιακό είναι και το Hold Your Ground που συνδυάζει δυναμικό europower (χωρίς τυρί) με τη σάλτσα lick κθάρας που έλεγα προηγουμένως, κλασικότροπες σφήνες στο κουπλέ του, ενώ έχει και ένα καταπληκτικό κόψιμο που οδηγεί σε ένα μπάσιμο καυτού speed power metal σόλο για να φτάσουμε στο θριαμβευτικό ρεφρέν και το χαρακτηριστικό φινάλε που έπαιξα σε μια δασκάλα πιάνου σε ωδείο για να της δείξω ότι το χέβυ μέταλ τα πάει καλά με την κλασική, ορίστε, να (ε, αυτό άκουγα τότε, δεν είχα και άλλο πρόχειρο). Ψάρωσε. Λογικό in retrospect, ήταν οπαδός Κορκολή κατά τα’άλλα (προ-Κορκολύκου… άραγε πώς να το πήρε…I digress…)

Το σινγκλάκι και βίντεο του δίσκου είναι το Space Eater. Πιασάρικο με σουτζουκάκι ριφ που οδηγεί σε ημι-ψυχεδελικό κουπλέ (περί κατάχρησης ουσιών οι στίχοι, επιστροφή στην Starlight θεματολογία) και ένα ρεφρέν που αναδεικνύει τις φωνητικές ικανότητες του Scheepers. Άκρως εντυπωσιακός, ειδικά στην γέφυρα που οι νότες εκτοξεύονται.

Άφησα για το τέλος δύο κομμάτια που σφράγισαν την λατρεία μου: Πρώτον, το Money, το οποίο γκρουβάρει στο κουπλέ του παράτολμα για power metal της εποχής και διακατέχεται από μια ξέφρενη διάθεση που τονίζεται από το ντουέτο του Kai και του Scheepers στα φωνητικά. Αυτή η διάθεση «τρέλας» πάει κουτί στην θεματολογία του κομματιού, το οποίο ενώ εκ πρώτης όψεως ακούγεται κλισέ, τελικά αφήνει μια πολύ ειλικρινή γεύση στο τέλος. Πάλι φυσικά, οι περιστάσεις της κυκλοφορίας δίνουν πόντους αξιοπιστίας. Είναι ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια στον δίσκο παρόλο που πέρασε μάλλον απαρατήρητο (ή και με αρνητικό πρόσημο) τελικά, πρώτον γιατί συγκινήθηκα στο άκουσμα της φωνής του Kai ξανά και δεύτερον γιατί ειδικά σε αυτό το κομμάτι υπάρχει σαφής διάθεση πειραματισμού στην δομή και το ύφος της μουσικής.

Δεύτερον, το ομώνυμο κομμάτι, το 14λεπτο-και-βάλε έπος. Εν αντιθέσει με τα δύο έπη των Helloween που είχαν προηγηθεί (Halloween και Keeper of the Seven Keys) αυτό δεν έχει αφηγηματικό χαρακτήρα με πληθώρα αλλαγών. Αντιθέτως, έχει πολύ straightforward δομή: Κουπλέ-ρεφρέν εις διπλούν, σόλο και φινάλε. Απλά έχει ένα αργό, εμβατηριακό σχεδόν τέμπο και ύφος και ένα 5λεπτο σόλο. To βασικό του ριφ, όπως μου υπέδειξαν και πρόσφατα (και δεν είχα πάρει και χαμπάρι μέχρι εκείνη την στιγμή) φέρνει πολύ στο βασικό ριφ του Victim of Changes. Όπως απάντησα και τότε, η ομοιότητα είναι εμφανής (ασχέτως που δεν πήγε το δικό μου μυαλό) αλλά σταματάει εκεί. Τα κομμάτια μοιράζονται το ίδιο σασί αλλά μιλάμε για δύο τελείως διαφορετικά αυτοκίνητα. Τα vocal lines του Heading for Tomorrow είναι η μισή σύνθεση και είναι απλά μοναδικά και αριστουργηματικά. Εξαιρετική δουλειά (ακόμη μια φορά) από τον Ralf, το κομμάτι καθηλώνει. Και το σόλο που ξεκινάει χωρίς την μπρίζα της παραμόρφωσης είναι απλά μαγεία, πραγματικά αναδεικνύει την πλευρά του Kai που έχει πολύ old school ρίζες, με απλό παίξιμο, με τρομερό touch που χρωστάει στον Gilmour και τις φράσεις σε πρώτο ρόλο. Αυτά μέχρι να σκάσει η παραμόρφωση και να πάμε σε κλάσικ power metal φόρμες που οδηγούν στο επικό φινάλε. Το όλο κομμάτι συνοψίζει και το όραμα του δίσκου, το οποίο μια αδιάφορη ματιά μπορεί εύκολα να παρερμηνεύσει ως απλοϊκό, borderline παιδικό αλλά επαναλαμβάνω, μια βαθύτερη ματιά στην εποχή που βγήκε και τις συνθήκες υπό τις οποίες κυκλοφόρησε ο δίσκος, του δίνει πολύ περισσότερο ειδικό βάρος. Τουλάχιστον σε μένα.

Ο δίσκος (το CD βασικά) συμπληρώνεται με μια ωραιότατη διασκευή στο Look at Yourself των Uriah Heep, μια μπάντα που ο Kai έχει ιδιαίτερη αδυναμία.

Μιλώντας εντωμεταξύ για την ομοιότητα του Heading for Tomorrow με το Victim of Changes, βρίσκω την ευκαιρία να σχολιάσω ότι τελικά η ιστορία με τους Gamma Ray που εμπνέονται/δανείζονται/ξεπατικώνουν (διαλέγετε αναλόγως την προαίρεσή σας) τους Judas Priest ξεκινά από την αρχή της καριέρας του(ς). Όχι μόνο στους Gamma Ray. Πόσοι έχουν παρατηρήσει π.χ. ότι το βασικό ριφ του Victim of Fate είναι το Breaking the Law σπινταρισμένο μέχρι αηδίας; Εμένα μου το είπαν και αυτό πάντως, μόνος μου δεν πήρα χαμπάρι τίποτα (στόκος τελικά).

Επιστροφή στο βίωμα του Heading for Tomorrow στον μικρό Vic. Λατρεία, σε σημείο βλακείας, άπειρα ριπίτ, άπειρες ανατριχίλες, πολύ air guitar, πολύ air drumming και φυσικά μάζεμα χαρτζηλικίου και πείνες για να συμπληρώσω δισκογραφία, ξεκινώντας από το Heaven Can Wait EP (ψοφάω για το σπαγκέτι western feeling του Lonesome Stranger και το Sail On είναι πολύ ωραίο κομμάτι επίσης, μετά μέτρια πράγματα) και προχωρώντας στο αηδιαστικά υποτιμημένο Sigh No More (με ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια έβερ μέσα, το Dreamhealer), στο καταπληκτικό και ανακουφιστικά φρέσκο για το ιδίωμα Insanity and Genius. Για τα οποία πιθανώς να γράψω και ένα Part III.

Το απόγειο της λατρείας/βλάβης φτάνει εν έτει 1993 και αφού έχω κλείσει ως οπαδός Metallica μετά την συναυλία και συνάντηση με την μπάντα backstage, δήλωνα ευθαρσώς (και εισπράττοντας wtf βλέμματα) ότι η αγαπημένη μου μπάντα είναι οι Gamma Ray (εννοώντας τον Kai Hansen γενικά βέβαια…).

…και δεν θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα που μετά από άπειρες επισκέψεις στο δισκάδικο είδα το σινγκλάκι του Rebellion in Dreamland να φιγουράρει καμαρωτό και να μου φωνάζει ικετευτικά «πάρε με Βικ, με ποθείς, μην το αρνείσαι» (Schizos are never alone φάση). Τι να αρνηθώ; Πλάκα κάνουμε;

Είχα στενοχωρηθεί που πήρε πόδι ο Scheepers γιατί ήταν φωνάρα. Από την άλλη όσο φωνάρα είχε (και έχει) το άτομο τόσο του λείπει το χάρισμα του frontman, πραγματικά ελάχιστος μιλάμε, εκπέμπει γιγαβάτ φλωροσύνης, σκοτώνει κάθε ίχνος cool σε όλο το οπτικοακουστικό υλικό των Gamma Ray και εικάζω ότι αυτό παίζει μεγάλο ρόλο στα μειδιάματα που εισέπραττα. Καμία απολύτως σχέση με Kiske σε αυτόν τον τομέα.

Έφυγε πάντως γιατί ήθελε να πάει στους Priest, τότε, πριν πάρουν ακόμα τον Ripper. Και είχε βάλει λέει σε δεύτερη μοίρα την μπάντα, με την έννοια ότι έμενε Στουτγκάρδη και όχι Αμβούργο όπως οι υπόλοιποι (πριν το Internet-για-τις-μάζες όλα αυτά) και δεν καιγόταν να μετακομίσει που του έλεγαν. Αυτά σε συνδυασμό ότι ψηνόταν πολύ περισσότερο για την ωντισιόν του και το γεγονός ότι ο Kai Hansen πιθανότατα είχε ψηθεί πολύ να ξανατραγουδήσει, τον οδήγησαν στην πόρτα της εξόδου. Και εγώ να πω την αλήθεια, όσο και να τον συμπαθούσα τον Ραλφ, ε, να ξαναδώ τον Hansen σε Walls of Jericho πόστο, με ΕΦΤΙΑΧΝΕ. Rebellion in Dreamland cover Και να που το σινγκλάκι της νέας μου αγαπημένης μπάντας με παρότρυνε λάγνα να το αγοράσω. Αλλά πού λεφτά για φράγκα. Νο πρόμπλεμ. Τρέξιμο στου Αλέξη, «βγήκε το νέο Gamma Ray, ΠΑΜΕ ΤΩΡΑ!». Και πήγαμε, δεν είχε την λατρεία μου αλλά γούσταρε σίγουρα πολύ. Και το ψωνίσαμε (καταχρηστική χρήση α’ πληθυντικού) και πήγαμε σπίτι του και μπήκε το Rebellion in Dreamland. Φαντάζομαι χαμογελάνε όσοι ξέρουν τι είναι η εισαγωγή του Rebellion in Dreamland και το υπόλοιπο κομμάτι. Ε, ναι, εκείνη τη στιγμή, το σύμπαν και ο Kai Hansen με ΔΙΚΑΙΩΣΑΝ για την επιλογάρα μου, έσκασε μαζεμένη όλη η Hansen έμπνευση σε αυτό το heavy/power/epic αριστούργημα και γενικά έπεσε τόσο λιώσιμο στο σινγκλάκι που το μόνο αντίστοιχο που θυμάμαι είναι στο Under Siege των Sepultura (έχει το Orgasmatron εκεί, see?), μόνο που εδώ το άκουγα όλο, συνέχεια, το Rebellion, το Land of the Free (“Α! Ο Κίσκε είναι αυτός στο τέλος!” *πλιτς*-*πλιτς*) και την διασκευάρα στο Heavy Metal Mania και το ντέμο ακόμα του As Time Goes By, το οποίο είναι μεγάλη κομματάρα από το Sigh No More.

Και μετά εγένετο (δώρο γεννεθλίων) Land of the Free και επιτέλους γύρω μου δεν με κοίταζαν πια με wtf βλέμματα και μειδιάματα, ευνοούσε και η εποχή φυσικά, στα ντουζένια του το power τότε, όλοι το έβλεπαν ξεκάθαρα, ο τύπος είναι τεράστιος. Keeper of the Seven Keys Part III. Δεν ξέρω τι λένε οι Helloween και οποιοσδήποτε άλλος, αυτός ο δίσκος έχει αυτό το magic touch που ξεχειλίζει έμπνευση, που τον καθιστά έναν από τους λίγους δίσκους του ιδιώματος που συναντά καθολική αποδοχή και εκτίμηση από τον γενικότερο μεταλλοπληθυσμό, ακόμα και τους κυνικούς που κάνουν εμετό πια μετά την παρέλαση κάθε είδους τυριού από τις βιτρίνες.

Το αποκορύφωμα της πόρωσης φυσικά ήρθε με το live στην Αθήνα, όπου η μπάντα έσκισε, το κοινό σεληνιάστηκε (Ride the Sky με Kai στα φωνητικά μετά από νηστεία χρόνων; Ε, λογικό είναι) και κανείς δεν νοιάστηκε που ζορίστηκε ο Kai στο Future World λιγουλάκι ή που η πρώτη απόπειρα του Heavy Metal Mania κλάταρε και έπαιξε restart.

Ε, να μην δω και τον Kai από κοντά; Κλασικά, στο περίμενε έξω από το Ρόδον, με την παρέα. Μαζί και ένας βετεράνος τέτοιων καταστάσεων, αράζουμε δίπλα στο λεωφορείο, μακριά από το μαινόμενο πλήθος που φράζει την πόρτα. Εκεί πιάσαμε κουβεντολόι με ένα roadie, ο οποίος συγκινήθηκε που άκουσε ότι κάναμε όλο τον δρόμο από την Κρήτη και μας υποσχέθηκε ότι θα μεριμνήσει να πάρουμε τουλάχιστον ένα αυτόγραφο. Πράγματι, με το που καταφέρνει να ξεγλιστρίσει ο Κάι από τον λαό, τον αρχίζει εκεί στα ντόιτς, έπιασα το «Κρέτα» (κουλτούρα παιδί μου), άνοιξε το μάτι του Κάι και όντως ήρθε και μας ευχαρίστησε προσωπικά και εγώ ένιωθα τα πόδια μου να λυγίζουν.
Δεν θυμάμαι όλο τον διάλογο, θυμάμαι να τον ακούω ψαρωμένος, εντελώς βλαμμένος φανμπόης όμως, εκτός από μία ερώτηση. Την οποία δε θα ξεχάσω και ποτέ αφού το δούλεμα που έφαγα μετά από τον παρευρισκόμενο Αλέξη δεν τέλειωσε ποτέ. Τον ρώτησα “Who is the Saviour?” αναφερόμενος στους στίχους του Abyss of the Void (υπερέπος Manowar-ικών διαστάσεων) για να το παίξω ο οπαδός που εκτιμά το καλλιτεχνικό έργο, δεν είμαι και κανένας ούγκα μπούγκα, κοίτα πόσο με άγγιξες, έχω ανησυχίες εγώ, δεν χαίρεσαι που σε ρωτάω; Και άκουγα όλο χαρά και με ύφος μαθητή να μου λέει “it’s you, it’s me, it’s everybody, if you really want to”. Νεύμα του κεφαλιού «σε καταλαβαίνω πραγματικά τι εννοείς» από εμένα. Που δεν είναι και δύσκολο να καταλάβεις τι εννοεί αλλά εκείνη τη στιγμή με τόνους αδρεναλινο-LSD να ρέουν στο αίμα μου και με τα προαναφερθέντα λυγισμένα γόνατα, εγώ ένιωθα ότι πιάσαμε επίπεδα Κούντερα και με λένε Αρτέμη.

…όπως είπα, το δούλεμα δεν τελείωσε ποτέ. Πάντως τσίμπησα υπογραφές από όλους πλην του Thomas Nack (dr.). Στο Insanity and Genius. Και όχι στο Land of the Free για τον λόγο ότι ο φίλος που μου αγόρασε το Land of the Free για δώρο έβαλε και το προσωπικό του touch με στυλό. Εγώ του είχα πάρει το Rust in Peace (start with the obvious) και έγραψα εγκάρδια αφιέρωση μέσα «στο πήρα από υποχρέωση». Για να ρεφάρει μου έγραψε και αυτός «από «αγάπη» στο πήρα» και στην φωτογραφία της μπάντας εμφανώς «Ramma Gay», που ήταν και η πρώτη φορά που είδα το λογοπαίγνιο, μετά έγινε και της μόδας, μπροστά από την εποχή του ο Βάγγος. Ε, δεν το δίνεις στον Κάι να το υπογράψει. Καλύτερα κιόλας γιατί 6 χρόνια μετά, πέτυχα και τον Ralf Scheepers στο Bloodstock 2001 και μου υπέγραψε και αυτός το Insanity και ήταν το πρέπον.

Ο οποίος τότε είχε μπει για τα καλά στην φάση Σφίχτερμαν, με πέτσινο γιλεκάκι με το στέρνο έξω και οι Άγγλοι κάφροι (όχι όλοι) είχαν μια ελαφρά περιπαικτική διάθεση απέναντί του. Καμπάνα φωνή το άτομο, πραγματικά εντυπωσιακό λαρύγγι αλλά η σκηνική του παρουσία θέλει αντοχές στην λακτόζη. Anyway, τον προλαβαίνω και του λέω «θα ήθελα πολύ να υπογράψεις αυτόν τον δίσκο» και μόλις τον είδε έκανε «ωωωω», πού το θυμήθηκα, σκάλωσε κανονικά. “I love this album, what’s it been? 12 years?” και πήρε ένα νοσταλγικό βλέμμα προς το κενό, not unlike το βλέμμα στο εξώφυλλο του Heading for Tomorrow (the circle is complete), απλά καράφλας και χωρίς γυαλιά ηλίου.

Τι έλεγα; Ναι. 8 χρόνια είχαν περάσει πάντως, έπεσε αρκετά έξω και θυμήθηκα την ιστορία κάποιου που μου διαφεύγει τώρα που έλεγε ότι τον είχε πετύχει σε μπαρ να τα πίνει την ημέρα που του ανακοινώθηκε ότι απολύεται από τους Gamma Ray. Τον λυπήθηκα να πω την αλήθεια, όχι και τίποτα άλλο, οι Primal Fear μου φάνηκαν και μου φαίνονται πολύ κλισαρισμένοι και δεύτεροι, ειδικά σε σχέση με το (έως τότε) πλουραλιστικό προφίλ των Gamma Ray. Μου το υπέγραψε πάντως, μαζί με μια σημείωση “This is a great album!” που σαν πληροφορία είναι κομματάκι περιττή για το άτομο που στο δίνει να το υπογράψεις.

Gamma Ray λοιπόν, ναι. Αλλά η αλήθεια είναι ότι μετά το Land of the Free γύρισε ένας διακόπτης. Όπως έγραφα και το 2005 στην κριτική του Majestic, από το πολυμορφικό ήχο που χώραγε το Money, το Dreamhealer, το Insanity and Genius κλπ, σταθεροποιήθηκαν στην φόρμα του δυναμικού euro power αλά Hansen. Που έχει και πολλούς φίλους, η συναναστροφή μου με μεταλάδες, μέσω οθόνης ή επί προσωπικού με έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι περισσότεροι θεωρούν την χρυσή εποχή της μπάντας αυτή που ξεκινά από το Land of the Free και τελειώνει (ανάλογα την ηλικία και την συμπάθεια βέβαια), συνήθως στο Powerplant. Στην Αμερική σίγουρα το συγκεκριμένο. Εγώ πάντως διαφωνώ (όχι ότι με χαλάνε κιόλας - μέχρι το Majestic, μετά άρχισα να χαλιέμαι λίγο) και επίσης θεωρώ πολύ υποδεέστερη την ομάδα που έχει τώρα. Μην τα ξαναλέω όμως, τα λέω στην κριτική από τότε και δεν έχω αλλάξει γνώμη ακόμα, δυστυχώς.

Όπως και να έχει το πράγμα όμως, ο Kai Hansen ξεκινώντας από το 1985 με το Helloween και φτάνοντας τουλάχιστον μέχρι το Land of the Free είναι υπεύθυνος (αλλού σχεδόν αποκλειστικά, αλλού σε συνεργασία με άλλες μορφάρες) για ένα απίστευτο σερί κυκλοφοριών, συν κάποια ωραιότατα λάιβ και χορταστικά EP και σινγκλάκια. Επίσης να καταγραφεί και επισήμως η αποψάρα μου στο δίλημμα Gamma Ray vs. Kai-less Helloween, ακατέβατος και αδιαπραγμάτευτος άσος. Τόσο μεγάλη διαφορά, it’s not even funny man. Αν έδιωχνε τον Weiki πάντως τότε και κράταγε αυτός το κολοκυθοσουξέ, σήμερα θα ήταν εκατομμυριούχος. Στάνταρ.

Και για να τερματίσω το σορόπι αυτού του κειμένου, νομίζω πως ήταν πολύ ταιριαστό το γεγονός που ερχόμενος σπίτι μετά από βραδυνή έξοδο το καλοκαίρι του 2001, πλησιάζοντας το δωμάτιό μου άκουσα από μέσα τον Kai Hansen να λέει «Shall we Ride the Sky together? Yeah!» για να μπω μέσα και να βρω μια πανέμορφη γυναίκα στο κρεβάτι μου…

…η οποία είχε αράξει με την μικρή μου αδερφή και τα λέγανε και κάνανε επιδρομή στην δισκοθήκη του μεγάλου αδερφού, ο οποίος επέστρεψε την κατάλληλη στιγμή ώστε να μπορεί να γράφει αυτή την σοροπιαστή ιστορία για το πώς πρωτοσυνάντησε την γυναίκα του. :)

Δίσκοι:
1. Heading for Tomorrow
2. Land of the Free
3-4. Sigh No More/Insanity & Genius (αναλόγως το φεγγάρι)
5. Somewhere Out in Space/Powerplant (ομοίως)

Top 10 Gamma Ray κομμάτια:
1. Dream Healer
2. Rebellion in Dreamland
3. Welcome/Lust for Life
4. Afterlife
5. Heading for Tomorrow
6. The Cave Principle
7. One with the World
8. Future Madhouse
9. Abyss of the Void
10. Changes

Top 10 solo:
1. Lust for Life
2. Lonesome Stranger
3. Abyss of the Void
4. Strangers in the Night
5. Heading for Tomorrow
6. Beyond the Black Hole (τελευταίο)
7. Man on a Mission
8. Dream Healer
9. Hold Your Ground
10. Heal Me

Top 5 ανατριχίλας:
1. Lust for Life (3:30)
2. Rebellion in Dreamland (I’ll be there…ουώ-ω…ω-ω-ω…ΑΑΑΑΑ!)
3. Afterlife (εκεί στο 2:10 μεριά που σκάει η μελωδία της κιθάρας. Γενικά το κομμάτι είναι όλο μια ανατριχίλα)
4. …εδώ και μισή ώρα ακούω δεκάδες κομμάτια και συγκινούμαι και δεν την παλεύω να τελειώσω την λίστα, μιλάμε για αναμνήσεις ζωής πολύ βαριές. Α, ρε Kai… Πάμε σε κάτι πιο εύκολο…

Top 5 διασκευών:
1. Heavy Metal Mania
2. Gamma Ray
3. Look at Yourself
4. Victim of Changes
5. It’s a Sin

Όσο και να χάνει την έμπνευσή του με τον καιρό πάντως ο Kai, στις διασκευές πάντα είναι άψογος.

Tuesday, June 21, 2011

Kai Hansen - Part I (Helloween)

Μια ιστορία λατρείας

To 1985 ήμουν 8 ετών. Κανονικά θα έπρεπε να γνωρίζω μόνο τα παπάκια και το σκα-σου σου και τις μουσικές των γονιών μου (πολύ κλασσική, πολύ Σαββόπουλο, Νέο Κύμα, μέηνστρημ oldies but goodies συλλογές αλά Ν. Μαστοράκης πρωτοχρονιάτικη συναυλία - για τους παλαιότερους αυτό το ρέφερενς). Αλλά μιας και για 8 χρόνια μεγάλωνα δίπλα σε 4 μεγαλύτερα παιδιά, ό,τι άκουγαν αυτά, τα άκουγα και εγώ. Η μεγαλύτερη αδερφή μου, 12 ετών τότε άκουγε πολύ ποπ. Ο 11χρονος τότε μεγάλος αδερφός, γκουρού του δωματίου είχε ξεκινήσει να είναι χεβυμεταλάς, με την ευγενική συμπαράσταση ετερόκλητων πηγών γνώσης όπως το περιοδικό Αγόρι (Κουτουβός και επικές αλληλογραφίες μεταξύ φρικιών και φλώρων), δυο συμμαθητές του και ο ακόμα μεγαλύτερος ξάδερφος Γιώργος άκα Γκοτζίλα που έχει κάνει μια μικρή περασά από αυτό το μπλογκ ως ο προσωπικός bodyguard της αδερφής μου σε συναυλία Annihilator.

Τώρα θα λάβει τον χώρο που του αρμόζει δικαίως διότι ο Γκοτζίλα ήταν υπεύθυνος για δύο σημαντικότατα μουσικά γεγονότα της ζωής μου. Το πρώτο σημαντικό γεγονός ήταν που με σύστησε για τα καλά στους Iron Maiden. Στο σπίτι του υπήρχε στο σαλόνι το πικάπ και δίπλα του μια στοίβα βινύλια. Χαρακτηριστικά θυμάμαι το πρώτο βινύλιο στην στοίβα, ήταν το The Concerts in China του Jean Michel Jarre. το πρώτο στη στοίβα Εκεί μέσα, στα οικογενειακά βινύλια δηλαδή, ανάμεσα σε Shirley Bassey και Jean Michel Jarre βρiσκόταν και το Powerslave, από το οποίο άκουσα το ομώνυμο και έπαθα μια άλφα πλάκα. Έκτοτε στις διάφορες επισκέψεις του ζήταγα να μου βάλει εκείνο το κομμάτι με το γουώωωωω-χιχιχιχι στο ίντρο. Δεν ήξερα από ποιον δίσκο είναι, βασικά τότε νόμιζα ότι είναι από το πρώτο εκείνο βινύλιο, μου πήρε λίγο να το ξεμπλέξω. Καθόλου τυχαία πάντως αυτή η κομματάρα είναι το αγαπημένο μου κομμάτι Maiden.

Το δεύτερο σημαντικό γεγονός ήταν όταν έβαλε στα ξαδέρφια του τον καινούργιο δίσκο που είχε αποκτήσει (εισαγωγής! Μετράει!) επειδή του άρεσε η κολοκύθα στο λόγκο και το όλο εξώφυλλο. Μιλάμε για εποχές όπου το εξώφυλλο μέτραγε σαν πόλος έλξης και με υψηλά ποσοστά επιτυχίας αν αναλογιστούμε για ποιο είδος μιλάμε και ποια εποχή.
helloween mini lp cover
Ο εν λόγω δίσκος πάντως ήταν προφανώς το Helloween mini LP (έτσι το βάφτισε η Noise, το EP ήταν πολύ μπανάλ ίσως) και ξεκινούσε με ένα χαρακτηριστικό ίντρο με κάποιον που ξυπνάει, ανοίγει το ραδιόφωνο και με ένα ψάξιμο καταλήγει στο τραγουδάκι από την ταινία Halloween III “Happy Halloween Silver Shamrock”. Εγώ βέβαια άκουγα “Happy halloween to the children” (γιατί έτσι). O τύπος που μόλις έχει ξυπνήσει ανοίγει μπυρίτσα, ρουφάει γουλιά, ρεύεται (θέλει προσοχή αλλά ακούγεται καθαρά, εμείς αργότερα ανεβάζαμε το volume μην χάσουμε το highlight πάντως) και μετά λέει “oh, shit”. Και με μια κολασμένη τσιρίδα και ένα ΣΚΑΣΙΜΟ χέβυ μέταλ όλεθρου ο Kai Hansen και οι Helloween μπήκαν στην ζωή μου.

Δεν μπορώ να εκφράσω επακριβώς το πόσο πολύ εντύπωση και πόσο cool μου φαινόταν όλο αυτό. Πάρα πολύ. Ειδικά γιατί μετά έμπαιναν κομματάρες, οι οποίες και χέβυ πολύ ήταν και πολύ μελωδικές και κυρίως γιατί αυτή η φωνή μου ακουγόταν (και όχι μόνο εμένα) τρομερά ιδαίτερη και πορωτική και γαμάτη. Πάθος ρε παιδί μου, γρέζι, ψηλές νότες, φοβερά vocal lines, ένας αριστουργηματικός χαμός (Λεπτομέρειες στην κριτική που έγραψα για το Metal Music Archives).


Για κάποιο λόγο ο γκουρού αδερφός δεν αγόρασε ποτέ Helloween βινύλιο, αυτό έπαιξε πολύ σαν αντεγραμμένη κασσέτα αλλά το Walls of Jericho που βγήκε μετά δεν το πήραμε χαμπάρι τότε. Πιθανόν να μην παίρναμε χαμπάρι ούτε το Keeper of the Seven Keys Part I αλλά ευτυχώς ο Γκοτζίλα είχε ερωτευτεί το κολοκυθοειδές hook και όταν βρέθηκε στην Αγγλία το 1987 το αγόρασε με κλειστά μάτια. Μαζί και μια εξαιρετική μπλούζα της εποχής, την οποία χρόνια μετά παρέδωσε σε άξιο κορμί (το δικό μου συγκεκριμένα). Τα νέα κατέφτασαν μέσω αλληλογραφίας για τα νέα ευρήματα, τα οποία περιελάμβαναν και το Pleasure to Kill με συγκινητική ιστορία ύφους «ΤΟ ΒΡΗΚΑ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΤΩΡΑ» και με ευφάνταστη πατέντα κρυψίματος του βινυλίου σε άσχετη θέση μέχρι να πεταχτεί να βρει τα απαραίτητα φράγκα. Το γράμμα θυμάμαι πάντως περιελάμβανε και ένα σκιτσάκι με το λόγκο της Noise Records (το «καινούργιο», δηλαδή το κλασσικό).





Στο δικό μου σύμπαν προτού αποκτήσω τις δικές μου κόπιες των Walls of Jericho και Keepers Ι (το πρώτο ως το CD υπ’αριθμόν 5 της δισκοθήκης μου και το δεύτερο σε αυθεντική κασέτα, πιθανώς αιώνιο δάνειο από τον Νάσο- σόρι αμπάουτ δατ!), οι Helloween ήταν αυτή η καταπληκτική μπάντα με τα πολύ ξεχωριστά σουξέ με υπερμελωδίες και το uber coolness artwork/merch που έπιανε επίπεδα λατρείας Maiden. Να μην έχεις ακούσει Helloween εν Ελλάδι στα τέλη 80s απλά δεν έπαιζε. Είχαν πιάσει το ’88 μεριά μεγάλα ύψη δημοτικότητας. Αν θυμάμαι καλά στο αφιερώμα της δεκαετίας του Χάμερ από αναγνώστες βγήκαν στην τριάδα. Μέσα στα τρία καλύτερα μέταλ της δεκαετίας του ’80, τότε. Αναλογιζόμαστε τον ανταγωνισμό και αναγνωρίζουμε το σουξέ.

Και όχι μόνο Ελλάδα. Παγκοσμίως βρίσκονταν στο απόγειο της επιτυχίας τους, με άνοιγμα σένιο στην αμερικανική αγορά, κομπλέ περιοδεία στις ΗΠΑ με Anthrax και (πάνω από) Exodus, ενώ έχουν αφήσει άριστες εντυπώσεις στο (ευρωπαϊκό) Monsters of Rock του 1988 με το πολύ δύσκολο έργο να ανοίγουν για Guns n’ Roses, Megadeth, Lee Roth, KISS και Iron Maiden. Το ότι το κοινό τους θυμόταν και μάλιστα με άριστες εντυπώσεις (σύμφωνα με τον τύπο της εποχής τουλάχιστον και δυο πάλιουρες Άγγλους που μου τα λέγανε), ε, είναι θέμα.

Και μετά ο Kai Hansen έφυγε. Λοιπόν εγώ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα ασχοληθεί εις βάθος, έφυγε ο κιθαρίστας ξέρω γω. Που τραγούδαγε κάποτε και εμένα μου άρεσε αλλά εντάξει. Δεν ασχολήθηκα ιδιαιτέρως με το θέμα. Πήρα χαμπάρι ότι ασχολούνταν όλοι οι άλλοι, θυμάμαι το Hammer να τον έχει εξώφυλλο με ένα χαβανέζικο πουκάμισο (δεν με έψησε, το dress code το έπαιρνα από Anthrax εγώ) και διπλή κριτική στον νέο του δίσκο (δεν συμφωνούσαν) και μια αποθεωτική κριτική συναυλίας του 90. Και του 91. Και μάπα-αδιάφορη κριτική για τον δεύτερο δίσκο. Όλα φιλολογικά τα εισέπραττα, ήμουν ήδη Ηράκλειο και δεν ήξερα κανέναν να ακούει Gamma Ray και δεν έβλεπα κανένα λόγο να αγοράσω Gamma Ray όταν έχω μια λίστα με 150 δίσκους που θέλω οπωσδήποτε τώρα γιατί τους ξέρω και τους χρειάζομαι.

Και οι Helloween; Εδώ είναι ακόμα χειρότερα τα πράγματα. Διότι μπορεί να έγινε το Σχίσμα και όλα να άλλαξαν αλλά εμείς (η φαμίλια λέω) είχε ακόμα την ορμή της τελειότητας των προηγούμενων δίσκων. Και έτσι αποκτήθηκε το Pink Bubbles Go Ape. Για άλλο δώρο πήγαινε η αδερφή μου, δεν βρέθηκε εκείνο (δεν θυμάμαι ποιο, Σοφάια σχολίασε!), της το έσπρωξε ο χοντρός στο δισκάδικο, τέλος πάντων πήραμε στα χέρια μας το καινούργιο Helloween. Και ήταν όλο μια απογοητευσάρα. Ένα ωραίο κομμάτι (το Kids of the Century) και μετά μετριότητες, η μια μετά την άλλη.
pink bubbles go ape cover

Μην τσινάτε οι φανατίλες και μη μου συγκρίνετε με το *επόμενο*, με τα προηγούμενα είχα να συγκρίνω. Ακόμα και το κούλνες φάκτορ πήγε περίπατο. Ένα άθλιο εξώφυλλο αβάν γκαρντ του κώλου με μια τύπισα και ένα ψάρι, σαπουνόφουσκες να αντικαθιστούν τις κολοκύθες (sacrilege), κάτι μπούρδες με αυγά μάτια και γενικά μια αδιαφορία. Μιλάμε για μια εποχή εντωμεταξύ που ό,τι αγόραζες έπαιζε στο ριπίτ ανελέητα, δεν ΓΙΝΕΤΑΙ να πάει χαμένη μια αγορά, δεν παίζουν τέτοια σενάρια, τα λεφτά μας τα τιμάμε κλπ. Πίπες, όσο ριπίτ, όσο και να προσπαθούσαμε να το συνηθίσουμε, τίποτα, μάπα ρε παιδί μου, αδιάφορο, βάλε να παίξει ξανά το Painkiller, Rust in Peace, Never, Neverland κλπ (λέω τυχαία παραδείγματα δίσκων της ίδιας χρονιάς). (έντιτ: Χμ. Λοιπόν, αυτός ο δίσκος βγήκε το 1991. Όχι ότι δεν προτιμούσαμε να ακούμε τα προαναφερθέντα - που *είναι* του 1990 - αλλά για την ακρίβεια του πράγματος.)


Πότε ακριβώς έπεσε η μελέτη στο πακέτο Helloween/Walls of Jericho/Judas και κατόπιν Keeper I, κομπλέ με βιβλιαράκι, ποιος παίζει ποιο σόλο και κυρίως (ζωτικής σημασίας πληροφορία) ποιος έγραφε τι, δεν θυμάμαι επ’ακριβώς. Κάπου εκεί. Το μόνο που θα πω είναι ότι ο σφοδρός έρωτας που (ξανα)βίωσα με αυτούς τους δίσκους δεν περιγράφεται. Κατ’αρχάς το Walls of Jericho πακέτο (βολικά θα πιάσω όλη την εποχή μαζί, με διαφορά μηνών βγήκαν άλλωστε και ηχητικά είναι σχεδόν πανομοιότυπα-σχεδόν λέω) ισορροπούσε άψογα μεταξύ extreme speed (με θολά τα όρια με το θρας) και power μελωδικότητας με κορωνίδα (για μένα) αυτή την μοναδική χροιά του Kai. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, ειδικά όταν γνωρίζω ότι η συντριπτική πλειοψηφία τον θεωρεί borderline κακό τραγουδιστή σε σχέση με τον Kiske στα Gamma Ray, όχι στα τότε να πούμε που δεν είναι και 100% στη νότα πάντοτε. Αλλά παιδιά, εμένα αυτή είναι μέσα στις 5 αγαπημένες μου φωνές και μου αρέσει περισσότερο ο Kai του Walls of Jericho από τον Kai του Land of the Free (που λατρεύω έτσι κι αλλιώς). Τέτοια αρρώστεια.

Και έπειτα έχουμε το Keeper I που είναι σχεδόν αποκλειστικά ευθύνη του Kai Hansen συνθετικά και όπου αν κάποτε κάτσουμε σοβαρά να τα βάλουμε κάτω, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η κιθαριστική δουλειά που έχει βάλει εκεί είναι από τις TOP στο χέβυ μέταλ έβερ. Εννοώ ότι όχι μόνο είναι ο προφανής βασικός ιθύνων νους για την γένεση (και κορύφωση λέω εγώ) ενός ιδιώματος αλλά ταυτόχρονα καταθέτει κιθαριστική δουλειά που η μόνη λέξη που την χαρακτηρίζει είναι «άψογη». Αυτοί που 25 χρόνια μετά ακόμα τραγουδάνε μόνοι τους το σόλο του Halloween ή το ίντρο του Twilight of the Gods ελπίζω να αντιλαμβάνονται. Εννοείται ότι Weikath ακολουθεί επαξιότατα και συμπληρώνει ένα από τα κορυφαία κιθαριστικά δίδυμα στα χέβυ μέταλς, εκεί, μαζί με Tipton/Downing, Murray/Smith, LaRocque/Denner-Blakk κλπ.

Έχοντας βυθιστεί στο σύμπαν των Helloween εκείνη την εποχή, ε, εκεί έγινε η πρώτη διαπίστωση ότι «ρε Vic, τελικά είσαι πολύ βλαμμένος οπαδός Hansen». Ειδικά όταν έπιασα τον εαυτό μου να στεναχωριέται που δεν θα ακούσω την φωνή του ξανά (νόμιζα) παρόλη την λατρεία στον Kiske, ε, υπήρχε θέμα. Θα πρέπει να βάλω λεφτά στην άκρη. Προκοπή γύρω μου δεν βλέπω, πάγος στην αγορά των επιβεβλημένων, σίγουρων δίσκων. Πάω να πάρω το Heading for Tomorrow.

Εκεί έγινε η τελειωτική ζημιά. Σε επόμενο τεύχος, το σοκ του Welcome/Lust for Life με ανατριχίλες διαρκείας (“HE LIVES!”).

Α. Μην ξεχαστώ. Καμμένες Top Helloween λίστες:

Δίσκοι:
1. Helloween/Walls of Jericho/Judas
2. Keeper of the Seven Keys Part I
3. Keeper of the Seven Keys Part II

Σχόλιο: Είναι όλοι δεκάρια. Προφανώς. Δεν υπάρχει σωστή και λάθος κατάταξη αυτής της λίστας, απλά δεν υπάρχει.


Τοπ 10 κομματιών (με youtube links για τη φάση):
1. Ride the Sky
2. I’m Alive
3. Halloween
4. Victim of Fate
5. March of Time
6. Twilight of the Gods
7. Heavy Metal (is the Law)
8. How Many Tears
9. Phantoms of Death
10. Keeper of the Seven Keys

Σχόλιο: Με θλίβει που δεν έχω βάλει τα I Want Out, Dr. Stein, We Got the Right, Judas και βέβαια το Eagle Fly Free. Επίσης το γεγονός ότι το 70+% είναι γραμμένο από τον Kai Hansen και προηγούνται στην λίστα δεν είναι καθόλου τυχαίο. Απλά ισχύει.


Τοπ 5 σόλο Helloween:
1. Ι’m Alive
2. Halloween
3. Phantoms of Death
4. opening lick στο Twilight of the Gods
5. March of Time

Σχόλιο: Στο Ι’m Alive είναι αυτή η δωδέκατη νότα ακριβώς που με λιώνει. Σηκώνεται η νότα, σηκώνεται και η τρίχα. Κάπως έτσι.



Top 5 τσιρίδες Helloween:
1. Ride the Sky. Χωρίς άλλη διευκρίνιση.
2. You will burn in HEEEEEELLLL (Victim of Fate)
3. “…turns into a suuuuun….” - How Many Tears, στο τέλος. Πιο πολύ από το “gone”, ναι. (απαντώ στην προφανέστατη ερώτηση εδώ που δεν θα κάνει ποτέ κανείς.)
4. “oh shit…” - WUAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAH!!! (Starlight)
5. ΑΑΑΑΗΗΗΗΗΗΗ - It’s Halloween….

Σχόλιο: Τοπ μέταλ τσιρίδα ο Kai. Αν έβαζα και τις δυο που πετάει στους Blind Guardian δεν χώραγε με τίποτα ο Kiske.

Part II - Gamma Ray and Heading for Tomorrow

Friday, June 10, 2011

3. Η Ιστορία των Ensemble - Η Μεγάλη Παρένθεση: Rock n' Roll Cafe

1. H Ιστορία των Ensemble - In the Beginning...
2. Η Ιστορία των Ensemble - Τώρα και με λιντ γκιτάριστ!
3. Η Ιστορία των Ensemble - Η Μεγάλη Παρένθεση: Rock n' Roll Cafe
4. H Ιστορία των Ensemble - Live ντεμπούτο

Το μαγαζί ήταν ιδιοκτησία του «Ψηλού», κατά κόσμον Μανώλη Σφακιανάκη, γνωστό στο Ηράκλειο ως τον μπασίστα των Σάρκα, που είχαν βγάλει εφτάιντσο, ένα δηλαδή τιτάνιο κατόρθωμα στα δικά μας μάτια. Ο ψηλός λοιπόν είχε το μαγαζάκι του χωμένο σε ένα στενό πίσω από την πλατεία Δασκαλογιάννη, το οποίο δεν είχαν πάρει μυρωδιά πολλοί εκτός από πολύ συγκεκριμένο κόσμο, δεν ξέρω πώς και γιατί, εγώ το έμαθα από την Θοδωροπαρέα πάντως. Το μπαράκι ήταν στενόμακρο με πιο πολύ έμφαση στο στενό παρά το μακρύ και το μεγάλο σουπράιζ ήταν ότι είχε και πάνω όροφο δισκάδικο. Αυτό έπρεπε να στο πουν, χαμπάρι μόνος σου αποκλείεται να έπαιρνες, μια κλασσική στριφογυριστή μεταλική σκάλα που υπέθετες ότι οδηγεί σε κάνα αποθηκάκι είχε, όμως στην πραγματικότητα σε έβγαζε σε κομπλέ δισκάδικο (βινύλιο όνλι), πολύ μεγαλύτερο από ότι θα φανταζόσουν.

Επίσης το δισκάδικο ήταν εντελώς άκυρο για Ηράκλειο. Τουτέστιν έβρισκες βινύλια από Γκαράζ μπάντες, χαρντκόρ μπάντες, πανκ μπάντες, κάποια ροκ πράγματα και σκόρπια μεταλοβινύλια που ένας θεός ξέρει από πού τα καβάντζωνε. Είχε ας πούμε 3 κόπιες το σινγκλάκι των Flotsam and Jetsam από το No Place for Disgrace, τη διασκευή σε Έλτον Τζον (Saturday Night’s Alright for Fighting), Mekong Delta picture discs, τα οποία δεν περίμενες να τα πετύχεις ανάμεσα σε δίσκους Dead Kennedys, Black Flag, Bad Religion, Sonic Youth, Stooges και κουλά μπούτλεγκ Τζέλο Μπιάφρα λάιβ. Ο μπάρμαν (Ανδρέας; Δεν ορκίζομαι), φανατίλας Black Flag, πρώην μέταλος (μου έδειξε την ταυτότητά του με μαλλιά και μπλουζάκι Accept), ωραίος τύπος, έβαζε τα δικά του και ακούγαμε και ανοίγαν τα αυτιά μας εμείς. Φυσικά άφηνε να βάζεις και την κασσέτα σου ή το δίσκο σου, οπότε σύντομα το μέταλ μπήκε στο μενού όταν είμασταν πλειοψηφία.

Αποκορύφωμα ένα σκηνικό που μόλις έχουμε αγοράσει το In the Shadows, το ριγιούνιον των Mercyful Fate. Το πιάνει ο Ανδρέας, γελάει με την μάπα του King Diamond και το βάζουμε. Καθόμαστε στο μπαρ και ακούμε. Δίπλα μας, ένας μάλλον εύσωμος τύπος με μαλλάκι, κάθεται μόνος του και καπνίζει πίνοντας φραπέ. Άλαλος. Με το που μπαίνει ο δίσκος ανασηκώνεται, μας κοιτάει, κοιτάει και το δίσκο, γυρνάει στον καφέ του. Σε λίγο τον ξεχνάμε πάλι και αρχίζουμε τα δικά μας, κοπάνημα, «τι έπος έβγαλε πάλι ο θεός», «πωωω» και τέτοια. «Γιατί κλαίει αυτός;» να μας ρωτάει γελώντας ο Ανδρέας, «Γιατί ΝΙΩΘΕΙ το άτομο κάθε νότα ρε» να του απαντάμε, πιο πολύ γέλιο αυτός, όλα μια ωραία ατμόσφαιρα.

Ο Σιωπηλός θαμώνας ρίχνει κλεφτές ματιές και μόλις μας βλέπει ότι τον έχουμε πάρει πρέφα αρχίζει πορωτικό κοπάνημα (ιδιαίτερο στυλ, από το σβέρκο και πάνω μόνο), κλεφτή ματιά, δεν κοιτάμε (νομίζει), πάγωμα. Μετά κλεφτή ματιά, κοιτάμε, κοπάνημα, δεν κοιτάμε, παύση. Αγαλματάκια ακούνητα από την ανάποδη. Φυσικά έχουμε εντυπωσιαστεί από την συμπεριφορά και συνεννοούμαστε με ματιές «τι είναι αυτός ρε;». Αυτό για όλη την πρωτη πλευρά του δίσκου. Μέχρι να το γυρίσει ο Ανδρέας, επικρατεί μια σιωπή την οποία γεμίζουμε σχολιάζοντας την θεϊκότητα του εν λόγω δίσκου, αλλά εντάξει, δεν πιάνει και τα 2 πρώτα, μάλλον όχι και τα σόλο του King, ώσπου ο Νάσος νιώθει ένα σκούντημα/σπρώξιμο στην πλάτη. Είναι ο Σιωπηλός.
«Φίλε…»
«…»
«Φίλε…είσαι φανατικός οπαδός του King Diamond;»
«Εεε…ναι», ανασήκωμα ώμων.
Σκούντημα ώμου φιλικό: «Χεχ…ΕΠΕΣΕΣ ΣΕ ΙΔΙΟ!», του λέει ο τύπος και επιστρέφει στον καφέ του. Δεν μας ξανάπε λέξη. Έκτοτε τον λέγαμε ο King Diamond, το οποίο μάθαμε ότι ήταν γενικώς το παρατσούκλι του (ή μήπως μας το είπε αυτός; Δεν ορκίζομαι πάλι), σε κάτι μήνες τον είδαμε να κυκλοφορεί με ένα σταυρό μεγέθους Ozzy, αλλά ανάποδο και την επόμενη φορά που (δεν) μας μίλησε ήταν σε ένα μέταλ πάρτι σε ένα μπαρ, όταν έπαιζε το Sleepless Nights. Στο σημείο του σόλο τον είδαμε να τρέχει προς το μέρος μας, να πέφτει στα γόνατα και να γλιστράει μέχρι τα πόδια μας, όπου και ξεκίνησε επιληπτικό air guitar. Τρου στόρι. Δεν ξέρω αν έψαχνε απεγνωσμένα φίλους και αυτός ήταν ο τρόπος του, πάντως δεν μας μίλησε και δεν μας έβγαινε να του πούμε εκείνη τη στιγμή «Ναι ρε! Ναι!» ή κάτι ενθαρρυντικό, είχαμε μείνει με το στόμα ανοιχτό και μετά να προσπαθούμε να μη σκάσουμε στα γέλια μπροστά του και στενοχωρηθεί. Ψυχεδέλεια.

Επιστροφή στο Rock n' Roll Cafe. Ο Θοδωρής βέβαια και η παρέα του μέσα σε όλα αυτά τα γκαραζο-πανκ και τα ακούσματα Ψηλού/Ανδρέα, νομίζω είχαν και τον ανάλογο θαυμασμό, πάντως το μαγαζί έβγαζε φοβερά οικογενειακή ατμόσφαιρα, υπερχαμηλές τιμές, DIY καταστάσεις και το αποκορύφωμα των βραδινών χάπενινγκς έβερ: The Surfin’ Buhahas.

Οι Surfin’ Buhahas ήταν μια πρωτοποριακή ιδέα του Ψηλού (υποθέτω) κάποιες καλοκαιρινές μέρες. Πήγαινες το πρωί, έδινες το όνομά σου, έσκαγες ένα πεντακοσάρικο και σε κατέγραφε σε μια λίστα. Νομίζω αυτό το έκανε μια φορά την εβδομάδα, Τρίτη ή Τετάρτη. Το βράδυ μαζεύονταν όλοι, που ήταν οι γνωστοί που πήγαιναν έτσι κι αλλιώς και έκλεινε η πόρτα, no more guests allowed, πλεονασμός φυσικά, καθημερινή δεν πάταγε και κανείς άλλος το πόδι του. Το πεντακοσάρικο του καθενός πήγαινε για ευγενή σκοπό. Τα έβαζε ο Ψηλός και έπαιρνε μπριζόλες, πανσέτες και τέτοια, τα οποία έκανε στα κάρβουνα στο μπαλκόνι του δισκάδικου πάνω. Το μπαρ λειτουργούσε κανονικά, μόνο που κάθε τρεις και λίγο κατέβαινε η πιατέλα με τα κοψίδια, τα οποία και ξεσκίζαμε. Και μπορώ να διαβεβαιώσω ότι αυτοί που τιμάνε το Τραπέζι, είχαν την καλύτερή τους γιατί οι φλώροι σταματάγανε στην δεύτερη μπριζόλα και από ένα σημείο και πέρα οι πιατέλες ήταν για δυο-τρία άτομα. Εξαιρετικό σκηνικό, κρίμα που δεν κράτησε πολύ.

Μετά από κανά-δυο χρόνια το μαγαζί έκλεισε λόγω αναδουλειάς, μεγάλου ενοικίου, ποιος ξέρει, έκλεισε πάντως και πολύ στενοχωρηθήκαμε και πλέον δεν το θυμάται κανείς. Hail Rock n' Roll Cafe!

Κλείνει η κτηνώδης παρένθεση και οσονούπω (=κάποια στιγμή μέσα στον Ιούνιο. Ή τον Ιούλιο) επιστρέφω με τους Ensemble λάιβ να σαρώνουν το Ηράκλειο.

edit: Θα νόμιζε κανείς ότι με τέτοιο παρελθόν θα θυμόμουν και σωστά το όνομα του μαγαζιού. Λοιπόν το μαγαζί δεν λεγόταν Οδός Ονείρων αλλά Rock n' Roll Cafe. Την διαπίστωση την έκανα όταν ξεφύλλιζα το πρόχειρο τετράδιο από την Β' Λυκείου για κάτι σκιτσάκια. Και έπεσα πάνω σε μια κουβέντα για δίσκους που έψαχνα στο Rock n' Roll Cafe. Και μου ήρθε ο νταμπλάς "Αμάν! Ναι ρε, Rock n' Roll Cafe!". Οδός Ονείρων έγινε το μαγαζί *μετά* τα σκηνικά που περιγράφω άνωθεν, πιθανώς με διαφορετική ιδιοκτησία πριν κλείσει οριστικά. Έγινε η διόρθωση. Και καλύτερα γιατί ενδόμυχα σκεφτόμουν όταν το έγραφα ότι είναι πολύ κουλό το όνομα Οδός Ονείρων για τέτοιο μαγαζί. Ντροπή μου.

Wednesday, June 08, 2011

2. Η Ιστορία των Ensemble - Τώρα και με λιντ γκιτάριστ!

1. H Ιστορία των Ensemble - In the Beginning...
2. Η Ιστορία των Ensemble - Τώρα και με λιντ γκιτάριστ!
3. Η Ιστορία των Ensemble - Η Μεγάλη Παρένθεση: Rock n' Roll Cafe
4. H Ιστορία των Ensemble - Live ντεμπούτο


Ωραίααααα... Και τι κάνουμε τώρα; Πρώτον, πού θα παίξουμε πρόβα και δεύτερον ΤΙ θα παίξουμε στην πρόβα; Αυτό ήταν κομμάτι δύσκολο διότι ενώ η μουσική μας παιδεία σαν ακροατές ήταν μια χαρά (σένιοι μεταλλάδες που ακούνε και Φέηθ Νο Μορ, τέτοια ανοιχτομυαλιά λέμε), σαν εκτελεστές ο Νάσος ζοριζόταν να βγάλει το ριφ του Πάρανόιντ και σαν είδωλα της lead κιθάρας είχε το δίδυμο Χάνεμαν/Κινγκ (βλαμμένος Σλεϊεράς) οπότε, ναι... Ο Γιάννης δήλωνε ότι θα παίξει ότι του πούμε, που τελικά αποδείχτηκε αλήθεια, αλλά ο μπασίστας σε ένα μέταλ συγκρότημα δεν σώζει την κατάσταση αν ο άλλος δεν μπορεί να παίξει ένα ριφ.

Η απόφαση τελικά λήφθηκε διά της ατόπου: Απορρίπτουμε κομμάτια που δεν μπορούμε να παίξουμε. Εγώ αφαιρούσα όλα τα κομμάτια με καλούς τραγουδιστές που είχαν πάνω από μία οκτάβα φωνή και κρατούσα αυτά που (νόμιζα) ότι μπορώ να πω, ο Νάσος τα ριφ που είχε βγάλει. Ονειρευόμουν να πούμε κάνα Annihilator, κάνα Slayer, τελικά η λίστα ήταν For Whom, Born to Be Wild (νομίζω μετά από προτροπή του μπαμπά του Νάσου), Louie Louie (αφού το έχουν ήδη βγάλει), Paranoid (με στόχο να το βγάλει ο Νάσος), Highway to Hell (και να σκέφτομαι σοβαρά αν θα το πω σαν τον Μητσικώστα, να μιμούμαι Σκοτ) και τελευταία στιγμή Enter Sandman γιατί μόλις είχε βγάλει το ριφ ο Νάσος...

Underwhelming είναι η σύνοψη της λίστας αλλά εντάξει, πλάκα θα'χει. Ξεκινήσαμε κάποιες άθλιες πρόβες, πιο πολύ στην γκοσμάρα μας ότι "Γουάου! Παίζουμε! Είμαστε συγκρότημα! Δε σκάι ιζ δε λίμιτ!" και τέτοια και σύντομα συμφωνήσαμε ότι θέλουμε σόλο. Το Φορ Χουμ θέλει και το λιντάκι του, να παίζεις γενικά χωρίς σόλο δε λέει, οπότε το επόμενο βήμα στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας ήταν η εύρεση του Κιθαρίστα. Προσόντα: Να μπορεί να παίξει το Πάρανόιντ και αν γίνεται να παίζει και σόλο, ακόμα καλύτερα. Βρέθηκε τέτοιος, τον βρήκε ο Φιλώτας, συνομήλικος, ο Θοδωρής. Παιδί που άκουγε κυρίως ροκ, λίγο πανκ, Τρύπες, Σιδηρόπουλο και τέτοια, αλλά μπορούσε να παίξει το Πάρανόιντ ΚΑΙ να παίξει και σόλο, με καλά αποτελέσματα κιόλας!

Το κακό ήταν ότι με το που ήρθε έβαλε κατευθείαν στο σέτλιστ μας τα Should I Stay or Should I Go και το I Wanna Be Your Dog και στο πιο άθλιο, το Rock n' Roll στο Κρεβάτι του Σιδηρόπουλου. Ελληνικό στίχο; Στους Ensemble μου; Που δεν ήταν Ensemble ακόμα, αβάφτιστοι.

Κάνουμε πρόβες οι Αβάφτιστοι και σιγά-σιγά τα κομμάτια μοιάζουν με τα ορίτζιναλ, σε σημείο να νιώθω έκσταση όταν συνειδητοποιώ ότι αυτή τη στιγμή παίζουμε Μετάλλικα, γαμάει το φίλινγκ, τι φανταστική που είναι η μουσική και όλα αυτά τα ρομαντικά. Και έκατσε ευκαιρία για λάιβ. Απότομα. Στα πλαίσια των καλοκαιρινών εκδηλώσεων του Δήμου οργανώθηκε ένα λάιβ με τοπικές μπάντες κάθε είδους και ο Θοδωρής μας είπε ότι παίζει να καβαντζώσουμε θέση. Μιλάμε για μεγάλο ανοιχτό χώρο, που σε τέτοια ιβέντς έβαζε και 600 άτομα. Με άγνοια κινδύνου συμφωνήσαμε πάραυτα και πήγε ο Θοδωρής με την κοπέλα του, τη Ντίνα, να δηλώσουν συμμετοχή. Μια χαριτωμένη κοπελίτσα πολύ κοντή που λάτρευε τον μουσικό-αγόρι της και είχε πάρει τον ρόλο της στα σοβαρά: "Πίσω από κάθε μεγάλο άντρα κρύβεται μια μεγάλη γυναίκα". Περίπου. Όχι μεγάλη, 1.55 την έκανα, γενναιόδωρα.

Πάντως έπρεπε να δοθεί όνομα. Και αυτό είναι μια τραγική διαδικασία και ψυχοφθόρα που όταν ακούς για νιοστή φορά "αστεία" τύπου Ατσάλικα, Μηντέρα και δε συμμαζεύεται, σε πιάνει εύκολα απελπισία. Εγώ ήθελα θρας όνομα (εκεί, το βιολί μου), ο Θοδωρής και η Μεγάλη Γυναίκα Ντίνα θέλανε κάτι ροκ, στυλ Απροσάρμοστοι, Πάμε Πάσο. Εκεί ανατρίχιασα, το θυμάμαι σαν τώρα:
- Ναι, ρε παιδιά! Πάμε Πάσο! Γαμώ τα ονόματα είναι! Πρωτότυπο!, να λέει η Ντίνα υποστηρίζοντας την casual, "τώρα μου'ρθε" πρόταση του Θοδωρή.
- Τι Πάμε Πάσο; Είμαστε οι Πάμε Πάσο και παίζουμε Metallica; ΟΧΙ!
Ματιές "δεν θα δούμε προκοπή με αυτούς" από το ζεύγος και πάμε πάλι από την αρχή. Νομίζω, ότι τελικά έφυγαν με την εντολή (δημοκρατικά αποφασισμένη) να δηλώσουν Defector, χρυσή τομή κι ετς, θρασάδικο σε -τορ, στρατιωτική άρνηση για τον Θοδωρή (Μήνυμα-έτσι του το πλασάραμε να τσιμπήσει), όλα καλά.

Φυσικά δήλωσαν κάτι άλλο. Εκτός Ελέγχου. Και γίναμε μπαρούτι. Βέβαια πλέον το θέμα ήταν ότι παίζουμε λάιβ, τι όνομα και τρίχες τώρα, ενώ και η παρέα των παιδιών σιγοντάριζε ότι είναι ονοματάρα για να μας κατευνάσει. Η συναυλία δεν έγινε ποτέ. Ακυρώθηκε για κάτι δημοτικά σκάνδαλα, ατασθαλίες, παράτυπες διαδικασίες, δεν ξέρω, είχαμε μαζευτεί καμιά δεκαριά μπάντες έξω από την είσοδο και περιμέναμε κάποιον να ανοίξει την πόρτα, ο οποίος δεν ήρθε ποτέ.

Πίκρα και απογοήτευση και πάμε να κάνουμε λάιβ μόνοι μας που να πάρει. Εκεί έγινε μια απόπειρα να κλείσει ένα λάιβ σε ένα μαγαζί κάπου, το οποίο τελικά δεν έγινε ποτέ, όμως ήταν ενδιαφέρον φιάσκο καθώς κόσμος είχε ενημερωθεί ότι θα γίνει και μέχρι την ημέρα του λάιβ η μισή μπάντα έψαχνε τις αφίσες, η άλλη μισή δεν ήταν ενήμερη, γενικώς ένα τζέρτζελο ελληνικής ανοργανωσιάς που αποτέλεσμα είχε να με πάρει τηλέφωνο ο Θοδωρής και ξεκαθαρίστηκε ότι λάιβ δεν παίζει. Δεν θυμάμαι ποιος έφταιγε για το ρόμπα-εφφέκτ, όχι εγώ πάντως, τουτέστιν SEP όπως λέει και ο Ντάγκλας Άνταμς (Somebody Else’s Problem). Αυτό πάντως ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι με τον Θοδωρή, το παιδί τα είχε πάρει με τις μπούρδες που έκαναν αυτοί που έφταιξαν, που είπαμε δεν ήμουν εγώ.

Είχαν προηγηθεί φυσικά αψιμαχίες για τα κομμάτια, Σιδηρόπουλο αυτός, Metallica - Whiplash εμείς. The Stooges αυτός, Metallica – So What? εμείς. Γενικά, για κάθε παπαριά δικιά του, πετάγαμε ένα Metallica εμείς, στο τέλος μαζέψαμε Whiplash, Seek and Destroy, So What, Am I Evil, Enter Sandman, Four Horsemen, For Whom the Bell Tolls, Nothing Else Matters (αυτό ήταν συμμαχία Νάσου-Θοδωρή, είχε βγάλει το σόλο ο Νάσος, άλματα προόδου κυριολεκτικά), οπότε καταντήσαμε ένας αχταρμάς τρίμπιουτ του Μετάλικα meets Θοδωρής. Κάπου εκεί βγήκε και το Somebody Put Something in my Drink που το ήθελα και εγώ καθότι Ramones φαν, το Anarchy in the UK (ο Θοδωρής από Πίστολς, εμείς από Μέγκαντεθ) και το ιναγκάντα-νταβίντα (από Slayer το ξέρουμε εννοείται) και είμαστε κομπλέ.

Γενικά μιλώντας, το όλο σκηνικό ήταν μεν φανερά κουλό αλλά είχε μπόλικα καλά παράπλευρα. Κατ’αρχάς μέσω του Θοδωρή αρχίσαμε να συχνάζουμε στo Rock n' Roll Cafe, μια τρύπα μαγαζάκι σε ένα στενούρι δίπλα στην πλατεία Δασκαλογιάννη (κεντρικό σποτ του Ηρακλείου αυτό, παλιά και πιθανώς και σήμερα μαζεύει αληταμπουρία με μπύρες από το περίπτερο. Rock n' Roll Cafe λοιπόν, ναι, ίσως το πιο καλτ μέρος που σύχναζα ποτέ... ...και εδώ ανοίγει κτηνώδης παρένθεση...

Στο επόμενο τεύχος: Rock n' Roll Cafe.