Thursday, December 18, 2014

V for Vic - Holy Terror and Keith Deen


Στις 13 Δεκεμβρίου 2012 έφυγε από την ζωή ένας σπουδαίος τραγουδιστής του thrash και του metal γενικότερα. Ο Keith Deen. Το παρακάτω κείμενο είχε δημοσιευτεί στο Metal Hammer Οκτωβρίου 2012, δύο μήνες πριν τον πρόωρο θάνατό του. Από κάτω, ακολουθεί ένα μικρό κείμενο που ήταν μέρος του αφιερώματος Αυγούστου (2013) στους πεσόντες ήρωες.
R.I.P. Keith Deen. R.I.P. Holy Terror.



Holy Terror: Τέρμα δεξιά ο Kurt Colfelt και ακριβώς δίπλα του ο μεγάλος Keith Deen.
Σας έχει τύχει να ξεθάψετε κάτι που έχετε να ακούσετε πολλά χρόνια και να αναβιώνετε τον έρωτα εκ νέου; Αυτό μου συνέβη με τους Holy Terror. Η αφορμή δόθηκε με το αφιέρωμα στο speed metal, όπου κατά μία έννοια ορίζανε το κόλλημά μου με την συγκεκριμένη ταμπέλα. Το “Terror and Submission” είναι «πιο speed metal» σύμφωνα με τον Agent Steel a posteriori «κανόνα». Αλλά με τον κανόνα “Speed Kills”, το “Mind Wars” τερματίζει το κοντέρ και ταΐζει σκόνη τους Agent Steel στην ευθεία αντιπαράθεση μεταξύ “Debt of Pain” (Holy Terror) και “Back to the Reign” (Agent Steel). Ευθεία αντιπαράθεση, διότι πρόκειται βασικά για το ίδιο κομμάτι, από τον ίδιο συνθέτη, μια περίπτωση αλά Four Horsemen/Mechanix (χωρίς την υποβόσκουσα χολή). Ο Kurt Kilfelt (ή Colfelt όπως είναι το κανονικό του όνομα) ήθελε να το δουλέψει με την καινούργια του μπάντα. Και το αποτέλεσμα, νομίζω τον δικαιολογεί, θα έλεγα μάλιστα, δικαιώνει.
Εν πάσει περιπτώσει, από εκείνη την ημέρα, οι Holy Terror στρογγυλοκάθισαν στο στερεοφωνικό και ακόμα εκεί είναι. Θα ήθελα να πω δυο λόγια μιας και από τον ωκεανό άτυχων («αδικημένων») μπαντών, μάλλον είναι η αγαπημένη μου. Ήταν σπουδαίο κεφάλαιο ο Kurt και εξίσου σπουδαίος ήταν ο Keith Deen, αυτή η χαρακτηριστική φωνή τους, που τους δίνει τόσους πόντους μοναδικότητας και μεγαλείου.
Στο “Terror and Submission” του 1987 παίζουν thrash metal, το οποίο όμως έχει τεράστιες δόσεις από μελωδικό, ενίοτε επικό χέβυ μέταλ από την μία και καφρίλα που χρωστάει πολλά και στο hardcore (περιοδεία με D.R.I. του “Crossover” τότε) όσο και στους Slayer. Το ατού είναι οι φωνητικές γραμμές. Το “Distant Calling” (καθόλου τυχαίο παράδειγμα) θα ήταν ένα ασύλληπτο heavy metal έπος και χωρίς φωνητικά. Η βασική μελωδία που ενώνει τους στίχους ας πούμε, έχει μια μαγεία από Warlord(!). Και έρχεται εκεί πάνω ο Deen και τραγουδά μια τόσο συγκινητική γραμμή που εκτοξεύει το κομμάτι στο πάνθεον των metal επών. Και όλα αυτά χωρίς να αναφέρω καν την πανδαισία σόλο που δεν θες να τελειώσει ποτέ. Στο ομώνυμο του δίσκου πιάνουν λέβελ “Doomsday for the Deceiver” (αυτό δεν το λέω συχνά). Το “Guardians of the Netherworld” αν ήταν 7ιντσο από obscure εταιρεία κάποιας σπαθάτης μπάντας θα κόστιζε 100 ευρώ το κομμάτι και θα τα άξιζε κιόλας. Νιώθω άσχημα που δεν έχω χώρο να πω δυο λόγια για κάθε κομμάτι, για τέτοιο δίσκο μιλάμε (“Blood of the Saints” να πάρει!). To μόνο του πρόβλημα είναι ότι η παραγωγή έγινε από δύο τύπους που, σύμφωνα με την μπάντα, η εμπειρία και το φόρτε τους ήταν η disco.
Ένα χρόνο μετά και στο “Mind Wars” τα άτομα έχουν ξεφύγει. Διατηρώντας όλα τα προηγούμενα καταπληκτικά στοιχεία, η μπάντα απλώς έχει γίνει καλύτερη και έχει σωστότερη παραγωγή και απλά πατάει ΤΕΡΜΑ το γκάζι. Λυσσαλέο παίξιμο και συνθέσεις που δεν διστάζουν να ενώνουν thrash, deathrash, epic, hardcore (στο “Do Unto Others” κάλλιστα περίμενες τον Connelly ή τον Brecht στην φωνή), όλα εναρμορισμένα και Holy Terrorized. O Keith, σταθερά τεράστιος. Γίνεται όργιο από κάτω του και αυτός τραγουδάει μελωδιάρες και μα το Θεό, σε στιγμές πιάνει μεγαλείο που συνδυάζει το έπος του Quorthon, τον ακατάπαυστο πυροβολισμό στίχων του Martin Walkyier στους Sabbat και την δύναμη ενός Jon Oliva. Μα ακούστε αυτό το ρεφρέν του “No Resurrection”! Ξέρετε πολλές μπάντες που έπαιζαν τόσο καλά, τόσο πρωτότυπα, τόσο contemporary αλλά και φρέσκα, τόσο βίαια και μελωδικά ταυτόχρονα, το 1988; Φυσικά ο κόσμος που τους άκουσε έπαθε σκατόπλακα, όπως παθαίνει και ο περισσότερος κόσμος που τα ακούσματά του κινούνται εκεί. Και μόλις τους έκλεισε η Roadracer, όλα πήγαν κατά διαόλου. Ξέφυγε από κάποιον το deal και έφτασε στα αυτιά της Music for Nations. Τους ξωπέταξε («Roadracer θέλατε; Προδότες!») από την ευρωπαϊκή περιοδεία με τους Exodus και τους παρατήσανε στην Γερμανία να βρούνε τρόπο να ζήσουν για δύο εβδομάδες μέχρι να γυρίσουν στην Καλιφόρνια. Πάπαλα η φάση, αναζήτηση ευθυνών με άσχημο τρόπο μεταξύ τους, τελικά χάσανε τα κουράγια τους. Μετακομίσανε αλλού, ο Keith όμως δεν ακολούθησε, οπότε η μπάντα ήταν τόσο τίμια που μόνη της κατάλαβε ότι No Keith Deen, no Holy Terror. Και όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, το μεγαλείο παρέμεινε στις τάξεις των πιο ψαγμένων του είδους, ασχέτως αν αφορά πολύ παραπάνω κόσμο από ότι μαρτυρά το εκτόπισμα του ονόματός τους. Κάντε την καλή, σας το υπόσχομαι ότι αξίζει τον κόπο.


Όνομα: Keith Deen
Συγκροτήματα: Holy Terror
Ημερομηνίες Γέννησης / Θανάτου: 26/5/1956 – 14/12/2012
Cause of Death: Καρκίνος


Ξεκίνησε σαν μια μίξη Bon Scott και Roger Daltrey από τα πολύ αγαπητά του 70s αλλά μετά από αρκετό ψήσιμο από τον Kurt Colfelt μπήκε στους Holy Terror όπου μεγαλούργησε με την ιδιαίτερη χροιά του (έχει κάτι από Oliva). Αγαπημένος του vocalist ήταν ο (υπερτεράστιος) Mel Blanc, πολλές από τις καρτούν φωνές του μπορούσε να μιμηθεί άψογα, όπως και πολλών προσωπικοτήτων μιας και ήταν εξαιρετικός μίμος. Αυτό σίγουρα τον βοήθησε στο να έχει την άνεση να τραγουδάει σαν χαρντκοράς πάνκης, σαν επικομέταλλος, σαν τσιτωμένος θράσερ, ερμηνεύοντας τις φοβερές μελωδίες των κομματιών (δικές του όλες). Επίσης φρονώ ότι ήταν και εξαιρετικός στιχουργός. Η αποχώρησή του από την μπάντα (μετά και την γέννηση της κόρης του) σήμανε και το τέλος της, καθώς κατά τον Colfelt, «αυτό που έκανε τους Holy Terror τόσο original ήταν τα φωνητικά του Keith»







Sunday, December 14, 2014

Remember the Fallen: Chuck Schuldiner

English version

Το κάτωθι κείμενο γράφτηκε για το Metal Hammer #344, Αύγουστος 2013 (*), το οποίο ήταν αφιερωμένο στους μουσικούς που πέρασαν στην άλλη πλευρά. Ένας από τους σημαντικότερους υπήρξε ο Chuck Schuldiner για τον οποίο είχα την τιμή να γράψω. Διατηρούνται οι επικεφαλίδες του πρωτότυπου.


1. Life:

Το 1984 οι Mantas του “Evil Chuck”Schuldiner, μετονομάζονται σε Death, όνομα που την εποχή εκείνη είναι ιδανικό για να τους κάνει επίκεντρο του underground στο θέμα death metal, έναν όρο που μέχρι σήμερα τσακώνονται για το ποιος ευθύνεται για την καθιέρωσή του. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε όπως το ξέρουμε σήμερα. Υπάρχουν οι Venom, οι Hellhammer/Celtic Frost, οι Bathory και υπάρχουν οι ακραίοι στο thrash metal, οι Slayer, οι Exodus, οι Kreator και φυσικά οι Possessed. Και οι Death. Πλέον, όταν μιλάνε για death metal, πάντα θα αναφέρονται πρώτοι οι Death: όνομα και πράγμα. Ήταν σαφέστατα πολύ πιο ακραίοι από τους υπόλοιπους μουσικά και τα φωνητικά τους ειδικά είναι θέμα αλλά επίσης έχουν τεράστια παρουσία στο underground, λόγω των πολλών demo και της ιδιαίτερα δραστήριας παρουσίας του Chuck στο tape-trading κύκλωμα.

Στα 16 του, σχηματίζει τους Mantas μαζί με τους Kam Lee (ένας πάνκης ντράμερ με ταλέντο στην ζωγραφική) και τον Rick Rozz (Frederick DeLillo), με το όνομα να βγαίνει αβίαστα κατά τη διάρκεια ακροάσεως Venom, για να αλλάξει ένα χρόνο αργότερα στο ιστορικό Death. Στόχος η δημιουργία της πιο ακραίας μπάντας, μουσικά, στιχουργικά, εικαστικά. Αποτέλεσμα, η κυκλοφορία θεμελιωδών δίσκων του είδους, με το “Leprosy” του 1988 να ορίζει ηχητικά την νέα σκηνή. Η ιστορία της μπάντας ήταν ανέκαθεν δαιδαλώδης, κυρίως επειδή περνάει άπειρος κόσμος από τις τάξεις της και πολλές από τις αποχωρήσεις συνοδεύονταν από οχετό δηλώσεων και παραφιλολογίας. Απογοητευμένος, πολύ θυμωμένος αλλά και αποφασισμένος, ο Chuck δηλώνει ότι από εδώ και μπρος θα έρχονται μόνο session παίχτες, οι καλύτεροι δυνατοί να υπηρετήσουν το μουσικό του όραμα. Και πράγματι, οι δίσκοι που ακολούθησαν στην δεκαετία του ’90, είναι μνημεία παιξίματος, με τρομερά εύστοχες επιλογές συνεργατών. Πλέον δεν εκπροσωπούσε το death metal, από το 1993 και πέρα μόνο τα φωνητικά θύμιζαν την αφετηρία του. Και το όνομα. Μέχρι που άλλαξε και αυτό, παραχωρόντας την θέση των φωνητικών σε ένα καθαρό λαρύγγι, σχηματίζοντας τους Control Denied, την progressive metal μπάντα που έμελλε να είναι και το κύκνειο άσμα του.


2. Death:

Στα 32ά γενέθλιά του, 13 Μαΐου του 1999, μετά από μαγνητική που έκανε αφού είχε ενοχλήσεις στον αυχένα, διαπιστώθηκε όγκος στον εγκέφαλο. Από εκεί ξεκίνησε η οδύσσεια που περιλάμβανε επίπονες θεραπείες αλλά και οικονομικό μαρασμό, Η θεραπεία άφησε την οικογένειά του και τον ίδιο με τεράστια χρέη. Δυστυχώς ο όγκος επανεμφανίστηκε το 2001, εν μέσω των ηχογραφήσεων του δεύτερου δίσκου των Control Denied. Η ασφαλιστική εταιρεία αρνήθηκε να πληρώσει, «αφού ο καρκίνος προϋπήρχε» και ακολούθησε νέο κύμα βοήθειας από όλο τον κόσμο. Εις μάτην. Στις 13 Δεκεμβρίου ο Chuck παρέδωσε το πνεύμα, περνώντας στην αθανασία.


3. ...and other morbid tales:

Άπειρα πράγματα έχουν γραφτεί για τον χαρακτήρα του, ιδιαίτερα την περίοδο μέχρι και το Human. Εγωμανής και ψώνιο, δικτάτορας, φραγκοφονιάς και άλλα τέτοια όμορφα. Στο underground υπήρχε μεγάλη κλίκα που της άρεσε να βγάζει φήμες για την σεξουαλικότητα του Chuck, ότι είναι υποκριτής που το έπαιζε σκληρός ενώ ήταν φλώρος και θα έβγαζε glam metal δίσκο το 1991(!). Εξού και “Support Music, Not Rumors” και “this is more than a record to me; this is a statement, this is revenge” στα notes του “Human”. Ο Chuck αντιλαμβανόμενος (ίσως και υπερήφανος) που η μπάντα του ήταν το πρώτο όνομα στην συνείδηση του κόσμου περί Death Metal, ένιωθε ότι ήταν υποχρέωσή του να το προστατέψει από το κακό όνομα που του έβγαζαν κάποιες μπάντες, που έδιναν τροφή στον υπόλοιπο κόσμο να μιλάνε για πειραγμένη μουσική και πειραγμένους μουσικούς και οπαδούς. Αυτό φυσικά αντιμετωπίστηκε κυρίως με χλεύη: Να δηλώνεις λάτρης των ζώων, λάτρης της ζωής, να σνομπάρεις τον σατανισμό ανοιχτά, μέχρι του σημείου να «διορθώνεις» το logo σου ώστε να μην περιέχει ανάποδο σταυρό; Και ήθελες να λέγεσαι και κεφαλή του death metal; Απαράδεκτο για πολύ κόσμο και αν αναλογιστούμε τις ηλικίες, το vibe της σκηνής κλπ, προφανώς ακούγονταν πολλά και άσχημα, ιδιαίτερα δε αφού πολλοί πρώην συνεργάτες του μιλούσαν με τα χειρότερα για τον ίδιο με μπροστάρηδες τους Massacre (η ομάδα του Leprosy μαζί με τον Kam Lee). Έτσι, καθόλου τυχαία, ο πολύς κόσμος είχε την εντύπωση ότι ακόμη και αν δεν ήταν απολύτως ακριβή αυτά, όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά. Η μοναδική φωτιά ήταν το ασυμβίβαστο του Chuck για το μουσικό του όραμα, το οποίο δεν συνέπιπτε με ντεθάδικα τρουΐλίκια. Εν τέλει, όλοι όσοι είχαν θέμα μαζί του, συμφιλιώθηκαν και όσοι δεν το έκαναν αισθάνονταν άσχημα για αυτό κατά παραδοχή τους. Όσοι τον γνώρισαν την εποχή που αυτά πια είχαν ξεθωριάσει από την συλλογική μνήμη (ποτέ δεν ήταν δυνατή η συγκεκριμένη), μιλούσαν για ένα θαυμάσιο, γλυκό άνθρωπο, ευφυή και ευφραδή, με την τρέλα για την μουσική και ειδικά το Μέταλ, απεριόριστη. Εικόνα που συνάδει απόλυτα με κάθε συνέντευξη του.


Moment of Glory

Οι Death και κατά συνέπεια ο Chuck, έχουν εφτά δισκάρες (συν μία των Control Denied). Ούτε αξιοπρεπείς, ούτε καν πολύ καλούς, μόνο δισκάρες, καθένας εκ των οποίων επηρέασε την μουσική (κάποιοι θεωρούνται και σημεία μηδέν για ολόκληρες σκηνές) και σημάδεψε μια γενιά ακροατών. Ούτε λόγος να προσδιορίσουμε κορυφή.Αν πούμε κάτι από την progressive/τεχνική εποχή, θα είμαστε ανιστόρητοι και άνιωθοι μαλάκες που τολμάμε να προσπεράσουμε αριστουργήματα, θεμέλια του death metal. Αν θέλουμε να δικαιώσουμε τον ψόφο των 80s έναντι των 90s, θα είμαστε κοσμάρες ΑΜΠΑΛΟΙ ή στην καλύτερη προβοκάτορες. Μόνο προσωπική επιλογή δικαιολογείται και αυτή είναι εξίσου κέρατο. Μιλώντας αυστηρά προσωπικά, η τριάδα “Human”, “Individual Thought Patterns” και “Symbolic” είναι το peak του Chuck Schuldiner. Αλλά το θέμα είναι το εξής: Τέτοιο flawless σερί είναι πραγματικά σπάνιο σε όλη την μουσική, πρόκειται πραγματικά περί τιτάνιου κατορθώματος. Αυτό είναι το magnum opus του Chuck κύριοι: Μια καριέρα που δεν έπεσε κάτω από το 9, γεμάτη δεκάρια και που άλλαξε την ροή των πραγμάτων, παραπάνω από μία φορές. Δείξτε μου άλλη μια τέτοια.


(*): To συγκεκριμένο τεύχος (#344, 08/2013) είναι πάρα πολύ καλό, όπως συνήθως συμβαίνει με τα αυγουστιάτικα αφιερώματα του Metal Hammer. Γεμάτο με μεγάλες και μικρές μορφές, τίγκα σε πληροφορίες και αποψάρες. Συστήνω ανεπιφύλακτα να το αποκτήσετε στέλνοντας ένα mail στο popi@hammer.gr

ΥΓ: Για ένα άλλο θαυμάσιο αφιέρωμα στον μεγάλο Chuck συστήνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε και το αφιέρωμα του Rock Hard Δεκεμβρίου 2006, από τον Κώστα Αλατά. Περιέχει στο τέλος πολλές ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες δηλώσεις για τον Chuck και τους Death.

Friday, December 12, 2014

V for Vic - Μεταλλοπατέρες & Flotsam and Jetsam 2014


V for Vic ονομαζόταν η στήλη μου στο Metal Hammer. Όταν παραιτήθηκα τον Απρίλιο του 2014 [edit: λόγω έλλειψης χρόνου] υπήρχαν κάποια θέματα τα οποία δούλευα αλλά τελικά δεν τελείωσα ποτέ. Πρόκειται για θέματα τα οποία κατά κύριο λόγο δεν με έπαιρνε ο χώρος (700 λέξεις όριο) και (όπως πάντα) όταν τέλειωνα ένα draft διαπίστωνα ότι θέλει πολύ κουτσούρεμα, μοντάζ, σκέψη, σβήσιμο, πέταμα, ξαναγράψιμο κλπ. Ένα από αυτά ήταν το ακόλουθο.

Αυτό ΘΑ ήταν η επόμενη στήλη μου. Τελικά δεν το τελείωσα ποτέ γιατί έθιγα πάνω από ένα πράγματα τα οποία με τσιγκλούσαν να γράψω κάτι παραπάνω και που η τελική φράση ("στο επόμενο...") δεν έπειθε κανέναν, πρωτίστως εμένα (όποιος θυμάται κάτι υποσχέσεις για κείμενα για τις λίστες της χρονιάς ή για το δεκάρι στις δισκοκριτικές θα εννοεί τι εννοώ).

Ο λόγος που το δημοσιεύω τώρα είναι γιατί είχα μόλις μια κουβέντα για το θέμα της στήλης. Και θέλω η αποψάρα μου αυτή να υπάρχει διαθέσιμη, τι την έγραφα και βασανιζόμουν τσάμπα, έτσι δεν είναι; Ποιος ξέρει; Μπορεί και να μου ανοίξει η όρεξη καποια στιγμή να προχωρήσω και παρακάτω.

Disgrace: No Place for “No Place for Disgrace 2014”

Θέλω να πιστεύω ότι είμαι ελεύθερος από δογματισμούς στην μουσική. Θεωρώ ότι ένα από τα πιο ασφυκτικά προβλήματα που είχε η metal κοινότητα παγκοσμίως και ιδιαιτέρως στην Ελλάδα ήταν η κλειστομυαλιά και το οχύρωμα των διαφόρων υποειδών σε στρατόπεδα με κατά φαντασίαν εχθρούς δεξιά και αριστερά (συχνά και ολάκερη η κενωνία) και αρχιστράτηγους λογιών-λογιών μεταλλοπατέρες. Αυτούς που έχουν πιάσει το νόημα, «την έζησαν την εποχή», τους αληθινούς, τους ψαγμένους, τους ξεχωριστούς (φυσικά). Οι πιο οικείοι είναι οι επικοί μεταλλοπατέρες που μόνοι αυτοί έχουν δει το φως το αληθινό του Πραγματικού Μέταλ και κοιτούν περιφρονητικά τις μάζες που δεν χαμπαριάζουν από Manilla Road, Omen, Tytan και Secret of Steel («μείνετε στους Metallica και τους Ιron Maiden πρόβατα!). Αλλά o μεταλλοπατερισμός δεν γνωρίζει ιδίωμα.

Το ίδιο κομπλεξικός μεταλλοπατέρας μπορεί να είναι και ο ντεθάς που σνομπάρει τα ύστερα Death ας πούμε ή θεωρεί ότι η αλήθεια είναι στα demo, άντε και τον πρώτο δίσκο κάθε μπάντας, πριν πάρει την κατηφόρα. Μεταλλοπατέρας είναι και ο θρασάς που θάβει συλλήβδην όλο το νέο ρεύμα γιατί τα πιτσιρίκια πιθηκίζουν, δεν έχουν ιδέα, είναι ποζέρια του τζην σωλήνα, είναι αμανικοραφτάκηδες, γενικώς δεν νιώθουν όπως νιώθαμε εμείς, παλιά, τότε. Μεταλλοπατέρας είναι όμως και αυτός ο οποίος δογματίζει για το ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΛ και τι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ (με πολύ φλου κριτήρια αν τον πιέσεις να στα πει).

Ο Μεταλλοπατέρας φυσικά δεν είναι δεδομένο ότι θα είναι για πάντα Μεταλλοπατέρας. Πολλοί από αυτούς το γυρνάνε σε κάτι άλλο. Γίνονται συλλέκτες και μαζεύουν obscure σκουπιδαριό σε τρελές τιμές, βαφτιζοντας χρυσάφι τα σκατά και σιγά-σιγά πάνε τόσο πίσω στο χρόνο για θαμμένα «διαμάντια» που στο τέλος ακούνε heavy rock, ψυχεδέλειες και prog rock των 70ς, τα οποία είτε βαφτίζουν “proto-metal”, είτε απλά αλλάζουν τα ρούχα τους και γίνονται ειδήμονες σε κάτι άλλο (μιας και στο μέταλ μαζεύτηκαν πολλοί). Παραμένουν πάντοτε Μουσικοπατέρες. Αυτοί που ξέρουν καλύτερα από σένα.

Λοιπόν, μεγάλωσα στην δεκαετία του 80, όπου ο μεταλλοπατερισμός ήταν στην απόλυτη ακμή του και είχε τον απόλυτο εκφραστή του στο πρόσωπο του Χάρη «Warlord” Πρασούλα, που είχε χωρίσει με τάφρο το σωστό, αντρίκειο, λευκό χέβυ μέταλ και από την άλλη το μπάσταρδο μέταλ. «Μπασταρδεμένο» με το πανκ (το thrash ντε), την μουσική των μαύρων (Anthrax, Faith No More, Living Colour, αίσχος, αίσχος!), που φόραγε και βερμούδες, άκουσον, άκουσον. Ήταν η εποχή που αν ήσουν πιτσιρίκος και κυκλοφορούσες με μπλούζα metal μπάντας, ήταν πάρα πολύ πιθανό στο Μοναστηράκι ή στο Rock City να πρέπει να παίξεις Τrivial Pursuit με το ζόρι. Έπρεπε να ακούς τα σωστά πράγματα και αν τα άκουγες να ΞΕΡΕΙΣ. Όχι μόνο τίτλους και ονόματα καλλιτεχνών, όχι, υπήρχαν και πιο σχίστες μεταλλοπατέρες: Οπαδός Queensryche και δεν ξέρεις πόσες γωνίες σχηματίζει το Tri-Ryche; Ε, τι παριστάνεις ρε τσουτσέκι; Κάπως έτσι. Αν απαντούσες σωστά, η βάση-τυράκι ήταν να φύγεις με την μπλούζα σου ή έστω την αξιοπρέπεια σου άθικτη.

Ένιωσα περίεργα λοιπόν, όταν ο Τάσος μου την έλεγε για δογματισμό όταν εξέφρασα τις (πολλές) αντιρρήσεις μου για το “No Place for Disgrace 2014” των Flotsam and Jetsam. Τους άκουσα το 1986, τους λάτρεψα από το 1986 (μπράβο ρε μεταλλοπατέρα, ΤΑ ΕΖΗΣΕΣ) και το Doomsday for the Deceiver είναι ο τρίτος αγαπημένος μου δίσκος μουσικής ever, παρόλο που έχω την ίδια δυσκολία με τον καθένα να αποφασίσω ποιος από τους δύο πρώτους δίσκους της μπάντας είναι ο καλύτερός τους. Τέτοια κλάση δίσκων λέμε, αφρόκρεμα. Και διόλου τυχαία, ο δίσκος φιγουράρει σε τοπ προτιμήσεις σεβάσμιων μορφών, συμπεριλαμβανομένων των Παλαιολόγου, Σακελλαρίου, Γιοβανίτη και ποιος ξέρει ποιου άλλου. Καταλάβατε; Αριστούργημα του metal – από τα ΛΙΓΑ.

Και τώρα ξαναηχογραφημένο. Με μοντέρνο ήχο (αυτόν τον καρμπόν νεοθράς ήχο που έχουν όλοι), με τον Eric AK να τραγουδάει «συγκρατημένα» και «ψύχραιμα», όταν μιλάμε για καπετάν τσιρίδα στα νιάτα του με πολλά από τα κρεσέντο του να είναι το highlight της σύνθεσης, και το τέμπο να έχει πέσει πολύ αισθητά σε πολλές συνθέσεις. Ο δίσκος δεν είναι για 8, είναι για 5 στην καλύτερη, λόγω της ποιότητας των συνθέσεων. Κακός δίσκος δεν είναι. Απλά είναι κατώτερος από κάθε άποψη από την original ηχογράφηση. Πρόκειται για μια κυκλοφορία παντελώς αχρείαστη, μια κυκλοφορία που οι ίδιοι οι Flotsam δεν θα κυκλοφορούσαν ποτέ, αν μπορούσαν μόνο να επανακυκλοφορήσουν κανονικά το No Place for Disgrace, όπως ακριβώς έκαναν στο Doomsday for the Deceiver, που ευτυχώς γλύτωσε την ατίμωση. Αυτό το πράγμα δεν το λες «καλό» (6). Κακό στραβό κι ανάποδο είναι και σκατά και στο εξώφυλλό του. ΜΗΔΕΝ ΚΑΙ ΚΩΛΟΔΑΧΤΥΛΟ Ο ΒΑΘΜΟΣ.

Οπότε και επανερχόμαστε στο αρχικό θέμα. Προφανώς η αντίρρησή μου αφορά πρωτίστως την ύπαρξη της κυκλοφορίας εν γένει. Σαν μουσική κυκλοφορία δεν είναι κακή καθόλου. Δεν ξέρω πόσο καλή, μιας και το είναι μου έχει εμποτιστεί με το αυθεντικό αριστούργημα, ιδέα δεν έχω πώς θα φανεί αυτή η έκδοση σε ένα παρθένο αυτί. Αλλά το ζητούμενο εδώ είναι ο δογματισμός μου, όπως μου έλεγε και ο Τάσος. Του έλεγα δεν μπορώ να ακούω νέα παιδιά να μου λένε ότι προτιμάνε το “Let there Be Blood” από τo “Bonded by Blood”. Είναι Λάθος κάτι τέτοιο. O Dukes και το φλατ Παντέρα γκάρισμά του να εκτιμώνται παραπάνω από τον Paul φάκιν Baloff! Μα θέλω να τους σκίσω το μπλουζάκι τώρα!

Μεταλλοπατέρας κι εγώ γαμώτο; Ίσως και όχι (τελείως...).

Στο επόμενο (σημ. υπευθ. ύλης:χαχαχαχα), κάνω κωλοτούμπα και δηλώνω την λατρεία μου στο Still Cyco After All These Years, κοιτάω άλλες επανηχογραφήσεις και καταλήγω κάπου. Ελπίζω.

Thursday, July 03, 2014

Tankard - Σε μια (πολύ μεγάλη) ανάσα


Στις 1 Οκτωβρίου του 2012 έλαβα το παρακάτω μήνυμα από έναν καλό και πολύ αγαπητό φίλο:

αλόχα! θέλω τη βοήθειά σου. α) τι ακούει από tankard κάποιος που δεν έχει ακούσει τίποτα από tankard?

Χωρίς να το σκεφτώ άρχισα να γράφω. Τελικά έγραφα για λίγο παραπάνω ώρα από ότι υπολόγιζα... Ακολουθεί η απάντηση αυτούσια, προσθέτοντας μόνο κάποια link σε youtube για άμεση ακρόαση και τα εξώφυλλα (αγαπάμε απελπιστικά πολύ τον Sebastian Kruger).

--------------------------------------------

α) Δυσκολάκι μιας και έχουν πολύ εκτεταμένη δισκογραφία. Τα κλασσικά τους θεωρούνται (με χρονολογική σειρά):

1. Ζombie Attack - το ντεμπούτο, χεβυμεταλλικό θρας με μέτρια παραγωγή αλλά πολύ όρεξη και καλτιλίκι. Εδώ είναι η σημαία τους (Empty) Tankard. Προτείνεται για καφροθρασάδες που τους ελκύει και το πρωτόλειο. Δεν θα το πρότεινα για αρχή.

2. Chemical Invasion - Τhe Morning After: Σαφώς πιο βελτιωμένοι, γερμανικό speed/thrash με σφήνες hc/punk, βρίσκουν τον ήχο τους. Πολλά πιασάρικα θρας κομμάτια, γενικώς δουλεύουν τα ρεφρέν τους να έχουν hooks. Προτείνονται αλλά κυρίως σε θρασάδες με έφεση στην Γερμανία. Τοπ στιγμές: Total Addiction, Traitor, Chemical Invasion (το ομώνυμο - κόμματος), Commandments, The Morning After, Shit-Faced. Πολύ καλή περίπτωση θα ήταν να κατέβαζες το Hair of the Dog, μπεστ οφ μέχρι εκείνη την στιγμή (+ το Alien EP, το οποίο έχει το ομώνυμο κλάσικ) το οποίο είναι αυτό που πρέπει και καλή εισαγωγή στην "κλασσική εποχή.

3. The Meaning of Life: Ο πιο επιτυχημένος δίσκος τους. Οpen All Night, το ομώνυμο, Space Beer, Beermuda. Καλός δίσκος, λίιιγο πιο τεχνικός από τα προηγούμενα σε κάποια κομμάτια. Νομίζω ότι τα δύο προηγούμενα είναι συνολικά καλύτερα (και σαφώς έχουν μεγαλύτερη πέραση στην συνείδηση του μέσου θρασά) αλλά αυτός είναι ο πρώτος studio δίσκος που άκουσα της μπάντας και του έχω αδυναμία.

Fat, Ugly and Live: Το live που βγήκε μετά το Meaning of Life. Είναι ένα πολύ καλό λάιβ και περιέχει και όλες τις μεγάλες στιγμές τους μέχρι τότε σε πολύ καλές εκτελέσεις. Αξίζει.

4. Τα περίεργα 90s... Χωρίς να είναι κακό, προσπερνάς τα Stone Cold Sober (εκτός από το καραέπος Freibier) και Two-Faced για άμα σου κάνουν κούκου. To Stone Cold Sober είναι καλό γενικά πάντως. Two Faced είναι ο τελευταίος δίσκος με τον Αxel Katzmann στην κιθάρα, το παράτησε λόγω αρθρίτιδας. Επίσης φεύγει και ο μηχανάκιας ντράμερ. Το επόμενο, The Tankard, βρίσκει την μπάντα να ψάχνει πατήματα. Ενδιαφέρον δίσκος και με αναπάντεχο στυλ σε κάποιες συνθέσεις αλλά δεν έχω κάτι παραπάνω να πω, δεν τον θυμάμαι καλά τον δίσκο. Δεν έχει αφήσει καμιά σπουδαία κληρονομιά στους Tankardάκηδες.


To αυθεντικό εξώφυλλο


Το εξώφυλλο της επανέκδοσης

5. Disco Destroyer. Μικρό μπάτζετ, μεγάλη όρεξη. Τέλος εποχής και για τον ελληνάρα Andy Bulgaropoulos, τελευταίος δίσκος που παίζει και κλείνει ένα κεφάλαιο μιας και μετά έρχεται νέος κιθαρίστας που δίνει μια άλλη γεύση στις συνθέσεις. Ο δίσκος είναι μεγάλη μου αδυναμία, με πολύ πανκ επιρροές (μπυροχαρούμενο πανκ), τσεκάρεις U.R.B. (τεράστια αδυναμία μου), το Away! (το αυτό) και το ομώνυμο για καλτιλίκι (κλείνει τον δίσκο). Πολύ ευδιαθεσία ως συνήθως, μόνο που υπάρχει και μια αίσθηση "δεν μας ακούει κανείς, στα παπάρια μας, κάνουμε τώρα πιο χαλαρά αυτό που θέλουμε". Πολλά χουκς, τα κομμάτια θα τα θυμάσαι. Δεν είναι θεΐλες αλλά είναι πολύ ευχάριστα και ακόμα πιο πολύ αν τους έχεις μια συμπάθεια.

6. Kings of Beer: Μέσα στα 3 αγαπημένα μου. Ο νέος κιθαρίστας φέρνει και έμπνευση και πολύ πιο θρασορίφς από το συνηθισμένο τους. Πολλές κομματάρες και με στιβαρό ήχο (μπορούσε και λίγο καλύτερα αλλά είναι επιτέλους παχύς ο ήχος). Θα σου πρότεινα να είναι από τα πρώτα ακούσματα αυτός. Flirtin with Desaster, Kings of Beer (Manowar χέβυ μέταλ, με Tankard στίχους και χορωδίες επικών Bathory), I'm So Sorry, Hell Bent for Jesus, Mirror, Mirror, Land of the Free, όλα γαμάνε. Παραδόξως (κατά την γνώμη μου) είναι πολύ παραγκωνισμένος αλλά Century Media τους είχε στο υπερκλάσιμο και δεν έμαθε και κανείς ότι βγάζανε δίσκους ακόμα.

7. B-Day. Τους τσιμπάει η AFM Records και τους δίνει πιο καλό μπάτζετ (μετά από χρόνια έχουν πάλι Kruger εξώφυλλο, καλύτερη παραγωγή και σπρώξιμο). Πολύ καλός δίσκος και το Rectifier είναι έπος. Το βρίσκω κατώτερο από το Kings of Beer αλλά είμαι μάλλον μειοψηφία.

8. Beast of Bourbon. Από τα πολύ καλά τους κατά γενική ομολογία. Die With a Beer in your hand, Under Friendly Fire είναι τα λεφτά αλλά όλα τα κομμάτια κυμαίνονται σε πιασάρικα θρασοπλαίσια. Χαίρει εκτίμησης.

9. Τhe Beauty and the Beer. Κλείνει το σερί κατά την γνώμη μου καλών δίσκων που ξεκινά στο Disco Destroyer. Πολύ καλός. We Still Drink the Old Ways, το ομώνυμο, Ιce-olation, Frankfurt, μια χαρούλα.


Backprint από την μπλούζα του Beauty and the Beer

Σημειωτέον, αυτό που έχω παρατηρήσει προσωπικά είναι ότι διαφέρουν πολύ οι αγαπημένοι δίσκοι αυτής της εποχής από άτομο σε άτομο. Ο λόγος νομίζω είναι ότι ο περισσότερος κόσμος overwhelmed από την μεγάλη δισκογραφία, τσιμπάει έναν από όλους στην τύχη ή επειδή αυτό του έτυχε μπροστά του και κολλάει με εκείνον. Δείγμα ότι γενικώς κρατάνε τον πήχη ψηλά στην ποιότητα. Σπαστικό για μένα γιατί δεν είναι εύκολο να σου πω κάτι πέρα από τις δικές μου προσωπικές αδυναμίες. Για αυτό και σου αραδιάζω τραγούδια, ως κάτι πιο απτό.

10. Thirst και Vol(l)ume 14. Δεν είναι κακά. Δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο. Εγώ κάπου εδώ είχα αρχίσει να βαριέμαι. Δεν τα πολυάκουσα και ίσως τα αδικώ αλλά με τις πρώτες ακροάσεις δεν με έψησαν.

11. Α Girl Called Cerveza. Αυτό έχει 4 κομματάρες: To ομώνυμο, Son of a Fridge (με Running Wild ριφάρα), Τhe Metal Lady Boy με Doro γκεστ τρισάθλιων στίχων. Κακό αργό κουπλέ αλλά μετά απογειώνεται, ειδικά στο γαμάτο ρεφρέν, Running on Fumes (σπιντ/θρας έπος) και Rapid Fire. 4 κομματάρες είναι καλή συγκομιδή. Τα υπόλοιπα είναι ΟΚ, κλάσικ Τάνκαρντ αλλά θα σου κάνουν κούκου μόνο αν δεν έχεις περάσει από όλα τα προηγούμενα.

Συνοψίζω: Chemical Invasion, The Morning After + The Meaning of Life από πρώτη εποχή. Ή το Hair of the Dog για πιο παλέψιμη εκκίνηση.

Disco Destroyer- Kings of Beer-Beast of Bourbon-Beauty and the Beer, A Girl Called Cerveza, με δική μου προτροπή στο Kings of Beer για τα μετέπειτα.

Σόρι για το τεράστιο χάσιμο, είναι μεγάλη η δισκογραφία όπως καταλαβαίνεις και δεν υπάρχει μεγάλη απόκλιση στην ποιότητα για να πεις ότι ξεχωρίζουν κάποια εύκολα.

Σημειωτέον επίσης: Δεν νομίζω ότι κάποιος εκτός από οπαδό θα έβαζε δεκάρι σε Tankard δίσκο. Τα Chemical Invasion, Morning After και Kings of Beer είναι που παίρνουν 9άρι από μένα με το "αντικειμενικό" καπέλο του δημοσιογράφου και καλά. 8,5άρι σε Meaning of Life, Disco Destroyer, Βeauty and the Beer,8άρι στα υπόλοιπα που προτείνω, φιλικά προσκείμενο (δηλαδή παίζουν και φίλερς αλλά γουστάρουμε ρε αδερφέ.
Ουφ!

Tuesday, July 01, 2014

Tankard - A Girl Called Cerveza


(Nuclear Blast)

Αυτή η μικρή κριτική για το "A Girl Called Cerveza" είχε γραφτεί για το Metal Hammer Ιουλίου 2012 (αν δεν κάνω λάθος). Δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, δεν είμαι σίγουρος γιατί, κάπου χάθηκε μεταξύ Αθήνας και Ηρακλείου. Με μια μικρή καθυστέρηση δύο μόλις ετών και ενώ οι Tankard κυκλοφορούν ήδη τον διάδοχό του με τον τίτλο "R.I.B." (Rest in Beer), επιτέλους βλέπει το φως της δημοσιότητας με κάτι μικροπροσθήκες γιατί OCD, γιατί Tankard, γιατί έτσι.

Tα links οδηγούν στο αντίστοιχο κομμάτι στο youtube.

Από τα καλά. Αξίζει.

Πρώτα θα σκάσει το συκώτι τους και μετά θα σταματήσουν να βγάζουν thrash. Το A Girl Called Cerveza είναι ο δέκατος πέμπτος δίσκος των Tankard, χώρια τα (πολύ καλά) συμπράγκαλα. Και είναι καλός έως και πολύ καλός για τον οπαδό. Ο βαθμός είναι για τους αυστηρούς, για τους οπαδούς +1.

Επιπέδου Beast of Bourbon κατάσταση. Εκείνο είχε το καραέπος Die with a Beer in Your Hand και το Under Friendly Fire. Εδώ έχει το Running on Fumes (όταν ξεμένεις από μπύρα), το ομώνυμο και το Son of a Fridge (μεγάλος τίτλος), που έχει εμβόλιμα Running Wild ριφ (να ακούει ο Rolf σήμερα). Αν αναφέρω και το Rapid Fire που ανοίγει τον δίσκο, νομίζω έχω καλύψει το ψωμί της υπόθεσης.

Τα υπόλοιπα κομμάτια είναι κλάσικ Tankard της Gutjahr εποχής (2001 και πέρα), καλοπαιγμένα και με ωραία σημεία, αλλά συνηθισμένα για την δισκογραφία τους. Κακά δεν είναι σίγουρα και οι πρωτάρηδες θα την βρουν μια χαρά. Η παραγωγή αναδεικνύει τα hooks στα ρεφρέν, που παραμένουν πάντα δυνατό χαρτί της μπάντας. Ειδική αναφορά αξίζουν, όπως σε κάθε δίσκο Tankard, οι στίχοι. Γερμανικός ρεμαλο-οτινανισμός, πατέντα τους και αυτή. Περίπου σωστά αγγλικά, γερμανικό χιούμορ που ακροβατεί μεταξύ του ευχάριστου χαβαλέ και του αξιολάτρευτα τρισάθλιου. Ιδανικό παράδειγμα το The Metal Lady Boy, ένα "love song" όπου κάνει guest η Doro Pesch, υποδυόμενη ένα metal τραβεστί, σε ένα ντουέτο με τον Gerre ("don't mind my gender, she said to me"). Ρεφρενάρα και ριφφάρα για πολλά λεφτά παρεμπιπτόντως.

Οι οπαδοί ορμάτε. Οι υπόλοιποι δώστε βάση στα κομμάτια που αναφέρθηκαν και κάντε τα κουμάντα σας. (7)

--------------

Addendum:

2 χρόνια μετά και έχω να πω ότι αυτός είναι ένας από τους καλύτερους Tankard δίσκους της Gutjahr εποχής (με κορυφή το εκπληκτικό "Kings of Beer"), τα προαναφερθέντα κομμάτια παραμένουν πάντοτε απολαυστικά και δεν χάνουν την αξία τους από το πολύ replay (παίζει συχνά, δεν το λέω έτσι απλά). Για την ιστορία, στο ομώνυμο κομμάτι το ριφ του ρεφρέν έχει γραφτεί από τον Andy Bulgaropoulos, το πατριωτάκι που ήταν ο κιθαρίστας τους μέχρι και το Disco Destroyer (άλλος ένας απαραίτητος δίσκος για τον οπαδό). Το εξώφυλλο του δίσκου είναι φιλοτεχνημένο από τον Patrick Strogulski, μαθητή του Sebastian Kruger, του τύπου δηλαδή που έχει κάνει όλα τα κλάσσικά τους εξώφυλλα στο παρελθόν. Το ίδιο το εξώφυλλο παραπέμπει στην φιγούρα που συναντάμε πρώτη φορά στο Kings of Beer, έπειτα στο B-Day, μετά στο Thirst και το Open all Night - Reloaded DVD. O Gerre σχολίασε "maybe it's his sister". Τέλος, "Cerveza" είναι η μπύρα στα Ισπανικά. E, φυσικά.

Monday, June 30, 2014

Accept vs. Saxon


Το ακόλουθο κείμενο ήταν ένα ποστ που έκανα στο φόρουμ του rocking.gr, σε ένα θέμα που είχε τίτλο Saxon vs. Accept. Ντερμπάρα.


Τιτάνες του χέβυ μέταλ αμφότεροι. Επίσης, μέχρι σήμερα, δύο μπάντες που παραδίδουν μαθήματα, αφήνουν παρακαταθήκη, ευχή και κατάρα σε κάθε μπάντα που παίζει χέβυ μέταλ, τι εστί χέβυ μέταλ λάιβ. Ειλικρινά, και οι δύο μπάντες με έχουν κάνει να νιώσω ξανά και ανόθευτα πιτσιρίκος που το χέβυ μέταλ ορίζει το συγκλονιστικά awesome.

Ειδικά οι Saxon το έκαναν αυτό ενώ βρισκόμουν σε κατάσταση αλοιφής, με πυρετό της εξάντλησης από ολοήμερο φεστιβάλ και έψαχνα γωνιά να πεθάνω ήσυχα. Με κάνανε ΚΑΛΑ όσο παίζανε, σηκωμένα χέρια, ερ γκιτάρ και τραγούδι στίχων, κοπάνημα, αποθέωση, ΠΟΣΟ ΓΑΜΑΤΕ. Μετά έσβησα σε ένα πίσω κάθισμα και κάπως βρέθηκα στην πόλη που έμενα. Αντίστοιχη μαρτυρία έχει ένας υπερσεβάσμιος φίλος με μακροσκελέστατο κατάλογο μέταλ ονομάτων που έχει δει στην σκηνή. Είναι σίγουρος πως οι Saxon είναι στο top 5, τους έχει δει 4-5 φορές και δεν ήξερε ποια ήταν η καλύτερη.

Και οι Accept το ίδιο, άκουσα ζωντανά (το 2005!) τα ριφς που υπάρχουν στο μυαλό από παιδική ηλικία και πολλά από αυτά βγήκαν στην επιφάνεια, ανοίξανε όλες τις κάνουλες του εγκεφάλου με ενδορφίνες και δεν ξέρω γω τι άλλο ευφορικό βιοχημικό και ήμουν για πόσην ώρα μεταξύ χέβυ μέταλ πορώσεως και ανατριχίλας με εκλάμψεις παιδικής ηλικίας. Στα Son of a Bitch και Princess of the Dawn ένιωθα κανονικά κόμπο στο λαιμό, δεν το πίστευα ο ίδιος ότι έχω συγκινηθεί τόσο σε χέβυ μέταλ λάιβ. Ο ίδιος υπερσεβάσμιος φίλος που μου έλεγε για Saxon, του είπα τότε "και οι Accept;". "E, και οι Accept τα ίδια, τι να πεις, αυτοί οι δύο είναι...". Τι είναι; Ακόμα και σήμερα, καλύτεροι στο σανίδι από ότι στον δίσκο. Ρισπέκτ.

Ρεζουμέ: Ποτέ, μα ποτέ μην κάνετε το λάθος να πείτε, "σιγά μην πάω να δω τους γέρους". Ένα λάιβ από αυτούς τους δύο σε κεντράρει, θες-δε-θες. Έχεις ένα στάνταρ για όλους τους άλλους.

Τι να ψηφίσω τώρα; Σωστή και λάθος απάντηση δεν υπάρχει, μιλάμε για μπαντάρες με εκατό κιλά γαλόνια έκαστη. Νομίζω οι Accept ακαδημαϊκά διεκδικούν μεγαλύτερο βάρος, η επιρροή τους είναι πιο σημαντική στις εξελίξεις των πραγμάτων αλλά μέχρι εκεί. Στις λεπτομέρειες είναι αμφίρροπα τα πράγματα. Ολοκληρωμένο δίσκο νομίζω προτιμώ Saxon. Κομμάτια Accept. Κιθάρες, τύμπανα - Accept. Φωνή Saxon. On stage, με γαμάνε ανάποδα και οι δύο.

Η απάντηση πάντως δίνεται μόνο συναισθηματικά και χωρίς κάποια σοβαρή δικαιολογία.

Accept. Για τους κόμπους στο λαιμό.

Accept - Princess of the Dawn live in Japan 1985

Saxon - Cut Out the Disease

Όλη η αλήθεια.

Thursday, September 27, 2012

Strapping Young Lad - City (1997)


Βρισκόμουν στην Αγγλία, στην ευρύτερη περιοχή του Greenwich, λίγο πιο κει από τον πρώτο μεσημβρινό, στο Woolwich συγκεκριμένα. Σπούδαζα. Και προσπαθούσα να κρατάω επαφή με την αγαπημένη μου μουσική, λίγο χρησιμοποιώντας το, ακόμα άγουρο για το ευρύ κοινό, Internet και διαβάζοντας αγγλικά “metal” περιοδικά. Τα εισαγωγικά διότι το Kerrang! ας πούμε, ήταν κατά βάση ένα τρέντι περιοδικό του «σκληρού» (και όχι πάντα) ήχου, με ελάχιστα πράγματα που με ενδιέφεραν. Και συνεχή προβολή πραγμάτων που κατά κανόνα δεν μου αρέσανε. Και ακόμα περισσότερο προβολή βρετανών πουθενάδων που πιθηκίζανε αυτούς που κατά κανόνα δεν μου αρέσανε. Αλλά ας μην πιάσω τώρα τον αγγλικό μεταλλικό τύπο, είναι μεγάλη ιστορία αυτή και ενδιαφέρουσα αλλά θέλει δικό της ποστ η καταγραφή της αποψάρας μου. Πίσω στον πρώτο μεσημβρινό και εμένα να ξεψαχνίζω τον ελαφρώς σχετικό τύπο.

Εν μέσω αυτής της ξηρασίας, το μάτι μου έπεσε σε ένα CD του Metal Hammer το οποίο συμπεριλάμβανε ένα νέο κομμάτι Strapping Young Lad, το Detox συγκεκριμένα. Τους SYL τότε δεν τους ήξερε και κανείς. Λίγοι είχαν ασχοληθεί με τον Devin ακόμα, κανείς δεν τον ήξερε για ιδιοφυή εκκεντρικό, το skullet δεν έβγαζε μάτι ακόμα, το ντεμπούτο τους ενώ είχε πάρει καλές σχετικά κριτικές (και κακές) δεν είχε ακουμπήσει και το πιο αξιόλογο πράγμα στην καριέρα του, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν η συμμετοχή του στο Sex and Religion του Vai. Θυμάμαι και ένα μπινελίκι που είχε εισπράξει από το ελληνικό Metal Hammer για μια διασκευή του που υπήρχε στο tribute των Judas Priest (εντελώς άστοχα παρεμπιπτόντως). Ανάμεσα στους αγνοούντες του καπνού που φούμαρε ο Devin ήμουν και εγώ.


Το όνομα Strapping Young Lad όμως μου είχε γίνει γνωστό πριν κάτι μήνες για έναν πολύ απλό λόγο. Τύμπανα θα έπαιζε ο Gene Hoglan. Για όσους δεν το γνωρίζουν, έχω μια μεγάλη λατρεία στον Gene Hoglan από την θητεία του στους Dark Angel και τους Death. Απλά ήθελα να ακούσω τι κάνει ο Hoglan, οπότε έβαλα το CD στο σπίτι του Σπύρου (φίλος που αγόραζε Χάμερ και με έβγαζε από τον κόπο!) να δω τι ψάρια πιάσαμε. Άκουσα ένα λεπτό από το κομμάτι και είπα «γιατί όχι;».

Straight riff με τις μπότες του Gene να ντουμπλάρουν την πένα και να οδηγούν όλο το γκρουβ, το οποίο είναι heavy enough for me. Δεν έδωσα παραπάνω σημασία, άκουσα ότι το κομμάτι δεν είναι κάτι ξώφθαλμα άσχετο από τα ακούσματά μου και αποφάσισα να αγοράσω τον δίσκο που παίζει ο Hoglan και βλέπουμε. Δεν πήρα χαμπάρι την μεγαλειώδη αλλαγή στην μέση, δεν ένιωσα κατευθείαν τα ρίγη που στέλνει η απεγνωσμένα βίαια μελωδική φωνή του Devin. Κατάλαβα μόνο αργότερα ότι ουσιαστικά αυτό που μου έκανε το κούκου ήταν η μελωδική γραμμή που ίπταται και οδηγεί τον straight, απλωτό χείμαρρο που είναι το ριφφ. Εγώ απλώς είχα το μυαλό μου στον Gene. Η καρδούλα μου τσίμπησε με το vocal line όμως.

Αυτά έγιναν αντιληπτά όταν αγόρασα τον δίσκο, από τις πρώτες (σχεδόν) «τυφλές» αγορές που έκανα στην Αγγλία. Διαπίστωσα με χαμόγελο την ρήση “All Hail the New Flesh”, στο βιβλιαράκι και στον τίτλο του κομματιού, αναφορά στο Videodrome του Cronenberg. Ένιωσα ψαγμένος που το ήξερα αυτό. Κακώς βέβαια, γιατί η αλήθεια ήταν ότι είχα δει πρώτη φορά το Videodrome (μια κλασική ταινία του 1983) κανα-δυο μήνες πριν. Βοήθησε όμως για να μεταφέρει μια γενναία δόση vibe.

Videodrome: All Hail the New Flesh



Έδενε με το όλο στήσιμο του δίσκου: City. Η χαοτική σύγχρονη μεγαλούπολη, όλο και πιο καταθλιπτική για τον Devin, όλα ψυχρά και ηλεκτρονικά και καθόλου μα καθόλου ανθρώπινα. Για έναν νέο άνθρωπο, αυτό μεταφραζόταν σε κατάθλιψη, παράνοια, απόγνωση και εν τέλει απελπισία. Αλλά με πολύ, πολύ μπριζωμένο θυμό, νεύρα τεντωμένα τέρμα. Το όλο πακέτο δένει με μια διάχυτη σαρκαστική και αυτοσαρκαστική (ευτυχώς) ειρωνεία και χιούμορ. Εδώ θέλω να κάνω μια παρένθεση.

Πιθανώς και εσείς να έχετε εντυπωσιαστεί στο παρελθόν από ιστορίες που λένε για καλλιτέχνες που βίωσαν τόσο έντονα την τέχνη τους, που χρειάστηκαν ψυχοθεραπεία μετά για να συνέλθουν. Η πιο γνωστή περίπτωση στα καθ’ημάς είναι αυτή του Geoff Tate, που έχει αναπαραχθεί κατά κόρον, όταν χρειάστηκε λέει ίσιωμα μετά τις ηχογραφήσεις του Operation Mindcrime. Με τα χρόνια έχω γίνει πλέον κυνικός στο συγκεκριμένο θέμα, μετά που είδα και τι ρεντίκολο είναι το άτομο, δεν θα μου προκαλούσε καθόλου έκπληξη η ψυχοθεραπεία που χρειάστηκε να ήταν τύπου Some Kind of Monster (=ένας καμαρωτός παπάρας στα όρια του απατεώνα προσπαθεί να πείσει κάτι εκατομμυριούχους να γράψουνε μουσική).

Ε, λοιπόν, στην περίπτωση του Devin Townsend κάνω μια εξαίρεση. Γιατί πολύ απλά με πείθει ότι ο τύπος που σκάρωσε, έγραψε και τραγούδησε το “City”, δεν πάει καλά, δεν την παλεύει καθόλου. Αλλά έχει τόνους ταλέντο και όλο το σύσκατο που κουβαλάει μέσα του το έχει μετατρέψει σε ένα μοναδικό (για μένα τουλάχιστον) ηχόχρωμα σκληρής μουσικής που με πορώνει, με κάνει να χορεύω, να τραγουδάω, να κοπανιέμαι, συχνά δε, να με ανατριχιάζει ολότελα, ένα γεγονός που με θλίψη διαπιστώνω ότι όλο και σπανίζει σαν εμπειρία. Όταν αργότερα διάβασα ότι έπρεπε μετά τις περιοδείες του δίσκου να αντιμετωπίσει τη διπολική διαταραχή του, να κλειστεί σε ψυχιατρική κλινική, να πάρει ψυχοφάρμακα και λοιπά, μου φάνηκε το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου.

Κλείνει η παρένθεση, με την σημείωση ότι στο City θα ακούσετε έναν αυθεντικά χαλασμένο άνθρωπο να ουρλιάζει τα σωψυχά του εντυπωσιακά μελωδικά. Ο δίσκος πάντως, για να μπούμε σε μια σειρά επιτέλους, δεν περιμένει τίποτα για να δείξει τις προθέσεις και τα δόντια του. Κλανκ, κλανκ, κλανκ και μπουμ! Σκάει ο τοίχος του ήχου που αποτελεί πλέον πατέντα του κυρίου Townsend. Ένας ήχος που ενώ έχει ευκρίνεια και ακούς τα όργανα μια χαρά, μοιάζει να επικαλύπτεται από white noise (τα χιόνια της τηλεόρασης ντε… φσσσσσς!), που σε μεταφέρουν στην μόνιμη βοή της μεγαλούπολης που λέγαμε. Μπλιμπλίκια πίου-πίου γυροφέρνουν στις συχνότητες, χωρίς να μπαίνουν μπροστά με ενοχλητικό τρόπο, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την industrial γεύση που υπάρχει στο δίσκο. Η μπάντα αλληλοκοιτάζεται και ξαφνικά αρχίζει το εμβατήριο της παράνοιας. Μονότονο, άκρως επιθετικό, κάπου στο μυαλό σου βλέπεις τον Hoglan να θέλει να σπάσει το πιατίνι του. Όλα τα λεφτά όμως είναι ο Devin. Δεν πολυπιάνεις τι λέει (εγώ όχι πάντως) αλλά το νόημα το πιάνεις, φτύνει θυμό στον κόσμο… "Are you listening? Are you? FUCK YOU!" και παραδόξως δεν μου βγάζει καθόλου εφηβικό αφελή παροξυσμό. Αντιθέτως, τα backup φωνητικά που ντύνουν το σφυροκόπημα είναι απολύτως καθηλωτικά, απλά φωνήεντα που όμως προμηνύουν ότι κάτι έρχεται…

Σε ενάμιση λεπτό το Velvet Kevorkian με έχει βάλει να στρογγυλοκάθομαι και να ακούω με τεντωμένα αυτιά. Δεν προσέχω τον Hoglan. Η μπάντα κλείνει σε μια νότα η οποία μπάζει το All Hail the New Flesh, το πρώτο ουσιαστικά κομμάτι του δίσκου. Μπαίνει με ένα ριφ και ξαφνικά σκάει όλος ο θόρυβος. Φασαρία, βοή, πανικός και χάος. Και πριν προλάβεις να πεις «έλα, κόφτε το τώρα, τι είναι αυτό;» έρχεται μια φωνή από πίσω που θέλει να ακουστεί, σαν μια κραυγή απόγνωσης και καταγγελίας του χάους και απελευθερώνει, λυτρώνει τον εαυτό της και εμάς.

Φύγαμε μάγκες. Hey man, I am gonna fuck this shit up, no fear, no compromise, I want it all. Κιθάρες και μπότες απόλυτα ντουμπλαρισμένες σε ένα Fear Factory πλαίσιο αλλά με το wall of sound να του δίνει εντελώς δική του γεύση. I have got to save myself, don’t tell me there’s no one else… Και από εκείνο το σημείο εγένετο έρωτας. Διότι κάτι στον τρόπο που τραγουδάει ο Devin αποτυπώνει την επιθετικότητά του τόσο μα τόσο επιτυχημένα, με μια ιδιαιτερότητα όμως. Μονίμως λόγω της μελωδίας, λόγω κάποιας φράσης, το νιώθεις ότι υπάρχει μια πραγματικά ευάλωτη ευαισθησία από κάτω, έκδηλη. Μια ευαισθησία για το όμορφο και το ωραίο και την αγάπη στο κάτω-κάτω, μόνο που έχει χτυπήσει στην σκατίλα και τον καπιταλιστικό κυνισμό της μοντέρνας καρχαριοκοινωνίας, σε τέτοιο βαθμό που την έχει καταστήσει απελπισμένη και πολύ θυμωμένη. Και αυτός ο θυμός "για το πώς είναι τα πράγματα" είναι πολύ οικείος. Όλο αυτό νομίζω αποτυπώνεται στο ρεφρέν του All Hail the New Flesh. Εκεί που λέει «cause it suits me fine», o τρόπος που ανοίγει η μελωδία στην λέξη «fine» μαρτυράει ότι όχι, δεν είναι καθόλου fine αυτό το πράγμα. Και έτσι, μέσα σε αντιφάσεις ενός σχιζοφρενικού εκκρεμούς «γαμιέστε ρε καριόληδες, δεν θέλω να σας βλέπω» / «ποιος θα με αγαπήσει;», εντωμεταξύ, όλος ο δίσκος κυλάει νερό. Με γελοιωδώς πιασάρικες συνθέσεις, κάτι που δεν κατάφερε σε κανέναν άλλο δίσκο στην καριέρα του ο Devin και σε αυτό θα επιμείνω μέχρι να πεθάνω: Εδώ έχουμε την συγκλονιστικότερη δουλειά του και πραγματικά, δεν νομίζω να τα ξανακαταφέρει. Αν και στο καταπληκτικό Terria προσεγγίζει την άλλη όψη - της γαλήνης - με εκείνο το μεγαλειώδες σερί του Earth Day / Deep Peace.

"Well gentlemen… a great deal of money has been invested in this project and we can’t allow it to fail…", ακούγεται ο σιχαμένος γραβατάκιας. Και δώστου πάλι τσίτα. Πολύ όμως τσίτα, φτύνει στίχους τόσο γρήγορα, τόσο οργισμένα, που θες να πάρεις εσύ ανάσα για πάρτη του. Ευτυχώς το κάνει στο ρεφρέν/σκάσιμο: “Oh my fucking God”. Πίου-πίου πάλι τσαχπινιές, επανάληψη με εντυπωσιακά αποτελέσματα και μετά, όπως διάβασα κάπου επιτυχημένα, αδειάζει ένα τσουβάλι μπακέτες στο ταμπούρο. Ε, κάπου εδώ να πω και μια κουβέντα επιτέλους για το παίξιμο του Gene Hoglan.

Λοιπόν, δεν ήταν αυτό που περίμενα, δεν ήταν καν αυτό που ήθελα, να καταθέτει τύμπανα δηλαδή που να μαρτυράνε ότι ανήκει στην αφρόκρεμα των τυμπανιστών. Αλλά στο τέλος μπορούσα μόνο να δώσω ατέλειωτο σέβας. Το παίξιμό του δεν έχει τον φραστικό πλούτο που ξεχειλίζει η δουλειά του στα Death άλμπουμ. Δεν έχει ούτε την ανελέητη θρασίλα που καθιστά τόσο επικίνδυνο το Darkness Descends. Ο Gene εδώ πιάνει τον ηλεκτρονικό παλμό που διαπερνάει το City και είναι πραγματικά ένας ζωντανός μετρονόμος. Τονίζω όμως και τις δύο λέξεις: Και ζωντανός και μετρονόμος. Εκπληκτικός και συμβάλλει τα μέγιστα στην τόσο μοναδική ηχητική ταυτότητα του δίσκου και της μπάντας.

Μια ταυτότητα που νιώθω ότι δεν έχω αποτυπώσει επαρκώς. Παντρεύει μοναδικά την ευαισθησία με την βία, χωρίς μόριο τυριού, χωρίς εφηβικούς emo παροξυσμούς. Ακούστε το Underneath the Waves, ακούστε πώς τα λέει, πόσες φωνές χρησιμοποιεί και πόσο πειστικό είναι. Το αυτό ισχύει και για άλλες δύο τεράστιες, κατά την γνώμη μου, στιγμές του δίσκου: το AAA που γκρουβάρει πιο ηλεκτρονικά από κάθε άλλο κομμάτι εκεί μέσα και αποτελεί μια από τις καλύτερες ερμηνείες του Devin και το λιγότερο πιασάρικο, περισσότερο προσωπικό Spirituality. Ιδανικό για να αποτυπωθεί η φάση του Devin.

Ειδική μνεία, πάλι, στο Detox. Που μάλλον είναι και το αγαπημένο μου κομμάτι στον δίσκο. Περιέγραψα ήδη για τι πράγμα μιλάμε. Αλλά θέλω να εξομολογηθώ πόσο πολύ με άγγιξε αυτό το break στην μέση. O τρόπος που πετάει το κατηγορώ του στον κόσμο, τον κόσμο που απέτυχε: "Ιδού οι ελπίδες και οι προσδοκίες μου... μόνο ξερατά. Θεέ μου, είμαι τόσο μόνος". Έτσι που λέγονται αυτά τα λόγια, μέσα στο μελωδικό πλαίσιο βίας, δεν ξέρω τι να σας πω. Ήταν η βενζοδιαζεπίνη μου. Ακριβώς σαν γράμμα του μήνα στο Χάμμερ για το πώς το μέταλ στάθηκε δίπλα μου στα δύσκολα.

Οι επόμενοι Strapping Young Lad δίσκοι είναι μάλλον πιο προσιτοί στον μέσο μεταλά και σίγουρα προβλήθηκαν περισσότερο, μιας και το όνομα του Devin έπιασε με μια χρονοκαθυστέρηση, αν και είναι αναμφισβήτητο ότι τα φώτα άρχισαν να πέφτουν πάνω του με αυτόν τον δίσκο. Όλοι οι επόμενοι δίσκοι πάντως υπολείπονται (και τολμώ να πω σημαντικά) του City. Και όταν λέω "όλοι", εννοώ τόσο τους υπόλοιπους δίσκους των SYL όσο και κάθε άλλο δίσκο που έχει κυκλοφορήσει ο Devin - δεν το λέω καθόλου ελαφρά και σίγουρα καθόλου αφοριστικά για την λοιπή, εκτενέστατη και πλουσιότατη δισκογραφία του, η οποία περιλαμβάνει πολλά διαμάντια. Είναι ένα τεράστιο rabbit hole η καριέρα του που προσωπικά δεν το έχω εξερευνήσει πλήρως αλλά έχω βρει πολλά αγαπημένα πράγματα. Το ιδιαίτερο μεγαλείο που υπάρχει εδώ πάντως, γιατί περί τέτοιου πρόκειται, δεν νομίζω ότι θα το ξανακούσουμε τόσο πολύ μαζεμένο. Ευτυχώς, ο Devin έγινε καλά. Ή έτσι φαίνεται τέλος πάντων.

Wednesday, June 20, 2012

Χάνδακος Reunion


Χάνδακας ήταν το όνομα του Ηρακλείου τα παλιά τα χρόνια, τότε που οι Σαρακηνοί κάνανε πλιάτσικα σε βυζαντινά καράβια και αργότερα που οι Βενετσάνοι χτίζανε τα σημερινά αξιοθέατα της πόλης. Παλιά. Σήμερα, εκτός από συναρπαστικό τουριστικό τρίβια είναι και το όνομα της οδού Χάνδακος, στενούρι που κατηφορίζει από το κέντρο στη θάλασσα. Μάλλον ανηφορίζει, γιατί όταν ήταν δρόμος, κυρίως για παπάκια νεολέρας αλλά και δυστυχή αυτοκίνητα, είχε κατεύθυνση ανοδική. Σήμερα είναι πεζόδρομος.

Θα περίμενε κανείς ότι το στενούρι με τις καφετέριες που μάζευε όλη την ροκ πιτσιρικαρία (όχι ιδιαίτερα πολυπληθής, αλλά vibrant) σαν πεζόδρομος θα γινόταν hot spot και σαββατοκύριακο δεν θα μπορούσες να περάσεις αλλά βασικά δεν πολυκινείται το πράμα, χλιαρά πράγματα, βάλε και την κρίση, δύσκολα τα πράματα...

Και τσουπ, έρχεται η μορφάρα από το 1994 και σκαρώνει εν ριπή οφθαλμού, reunion, επιτόπου live, DIY, ASAP και 5 LOL. Ο Βαγγέλης είναι άνθρωπος με πολλά ονόματα. Γνωστός και ως Vangelis Makridakis επαγγελματικά, VAG κυβερνοκαλλιτεχνικά και βέβαια ως Zwan, για την εποχή που μιλάμε. Ο Ζβαν που διοργάνωσε το ριγιούνιον ήταν μια δεσπόζουσα μορφή της εποχής και βεβαίως της περιοχής. Που εκτός από την πλατεία Δασκαλογιάννη τα βράδια χύμα, συμπεριλάμβανε την οδό Χάνδακος, συγκεκριμένα στα Tasso’s Place (σήμερα Route 66), την Οδύσσεια και τον Μαγεμένο Αυλό. Πήγαινες στην Χάνδακος εκείνη την εποχή, είχες δει τον Ζβαν, τελείωσε. Ογκώδης, με μαλλούρα μέχρι τον κώλο (που ζηλεύαμε όλοι), συνήθως κότσο (βολεψάκιας) και μπλούζα Metallica. Σήμερα είναι σωστός επαγγελματίας και ενήλικος άνθρωπος, είναι ογκώδης, με μαλλούρα σε κότσο και τις τρεις μέρες του reunion κυκλοφορούσε με μπλουζάκια Metallica του τότε. Time Lord.

Λοιπόν, του την βίδωσε του Βαγγέλη και βαρέθηκε να περιμένει πότε θα συμπέσουν οι παρέες να γουστάρουμε όλοι και όπως προείπα, εν ριπή οφθαλμού ανακοίνωσε τριήμερη φάση, reunion για όποιον πήγαινε τότε στην Χάνδακος. Βασικός πόλος έλξης το live το οποίο θα είχε Heraklica, tribute μπάντα με Ζβαν στο μικρόφωνο και γνωστές φάτσες από παντού καθώς και reunion Υπογείων Ρευμάτων. Των ορίτζιναλ, όχι των άλλων των νερόβραστων που επίμονες φήμες της εποχής ήθελαν να έχουν κλέψει το όνομά τους από τους Ηρακλειώτες πιτσιρικάδες. Μεγάλες μορφές και αυτοί, θα σκάσουνε με ούμπερ παρασκήνιο κάποια στιγμή στην ιστορία των Ensemble. Και κάποιες άλλες μπάντες, δεν τις ήξερα, είδα μόνο μία από αυτές. Θα ήταν υπέροχα να υπήρχε και συναυλία reunion Ensemble, όπως απαίτησε και ο λαός (τρία άτομα νομίζω) αλλά αυτό ήταν αδύνατον μιας και τα μέλη της θρυλικής αυτής μπάντας έχουν σκορπίσει στα τέσσερα σημεία του πλανήτη. Τρίχες δηλαδή, ο κιθαριστέρ των Υπογείων Ρευμάτων περνάει τον μισό του χρόνο στις ζούγκλες της Ταϋλάνδης ξέρω γω και έδωσε το βροντερό παρόν και ο δικός μας μπασίστας, ο οποίος έπρεπε να παίξει και με τους Heraklica, έκανε τον ανιματέρ σε Γερμανούς. Tέτοια ξεφτίλα κύριοι. (Λαβ για μπιτς!)

To FB πήρε φωτιά και άρχισαν να δηλώνουν το παρόν απίστευτες φάτσες από παντού. Καμιά 150άρα δηλωμένες παρουσιές και κάτι σοροπιαστά σχόλια μαζεύτηκαν γρήγορα, οπότε εγγυημένο το great success. Να μην τα πολυλέω, ο Βαγγέλης έτρεξε μέχρι κεραίας την φάση με την πρόθυμη βοήθεια πολλών, που τους πρέπει αναφορά, απλά δεν έχω τις λεπτομέρειες, μαζί πάντως και μαγαζιών της Χάνδακος. Ε, πρέπει να ειπωθεί φυσικά ότι υπήρξαν και διαμαρτυρίες και κάποιος-κάπου-από την ίδια τη Χάνδακος λέει- δεν ήθελε να δοθεί η άδεια για να γίνει το event.

Εγώ να πω την αλήθεια σάστισα πιο πολύ που ο Βαγγέλης είχε κάνει όλη την ιστορία να κάνει αίτηση σαν κύριος, ούτε που είχε περάσει από το μυαλό μου. Τελικά η άδεια δεν εδόθη, χέστηκε ο-που-ήταν άχεστος και το event έγινε κανονικά με προφορική συνεννόηση. Για την ιστορία, 11 νταν με το ρολόι, όπως το είχε κανονίσει, η συναυλία τελείωσε. Πάντως, όλοι ανεξαιρέτως οι παρευρισκόμενοι, που ήταν κάποιες εκατοντάδες, αναρωτιόντουσαν πώς μπορεί πραγματικά να είναι κάποιος τόσο κόπανος και να αρνηθεί να τιγκάρει από λαό και ζωή η Χάνδακος. Αυτό συνέβη. Ειδικά την Κυριακή που ήταν και το live, μαζεύτηκε πολύς κόσμος.

Φοβόντουσαν εικάζω τόσους πολλούς χάληδες, μαλλιάδες, ροκενρόλ, χούλιγκανζ, γκανζερόζις που έλεγε και ο Zwan, αυτούς που πουλάνε τα ναρκωτικά στα παιδιά μας – αυτούς! – να είναι στο ίδιο μέρος μαζεμένοι, είναι και στενός ο δρόμος, ένα μπουλούκι όλοι. Βγαλμένα από κείμενα του Χρονόπουλου πράγματα, τι άλλο να πω; Και πλήρως αποθεωτικά και σε απόλυτη συνέπεια με τον ρομαντισμό του Κώστα, πράγματι, είμασταν κύριοι, πολλοί συνοδευόμασταν από τα τρισχαριτωμένα βλαστάρια μας, υπήρχε μια σχεδόν χειροπιαστή ευτυχία και θετικό vibe στον αέρα και όλα πήγαν θαυμάσια. ΟΙ ΜΕΤΑΛΛΑΔΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΠΑΙΔΙΑ. Εντάξει, οι περισσότεροι ήταν πρώην μεταλλάδες ή και καμία σχέση αλλά από την άλλη η φάση είχε επίκεντρο το ΜΕΤΑΛ οπότε βολικά θα το πιστώσω στην φάρα μου. Ε, σκαλώσανε και αρκετοί άλλωστε με τα βινύλια του Φώτη, στην άκρη του δρόμου, στην κούτα. Ο Φώτης ήταν/είναι ο ντράμερ των Υπογείων Ρευμάτων και χορηγός ορίτζιναλ κασσετών Coroner, Toxik, Tankard και Atrophy στον ευγνώμονα υποφαινόμενο πριν πολλάααα χρόνια. Έιχε φέρει για σπρώξιμο κάποια βινύλια που η έκδοσή τους δεν ικανοποιεί τον φετιχιστή/συλλέκτη μέσα του. Με τα λαχταριστά μεγάλα τους εξώφυλλα να παρακαλάνε να κάνεις ένα flipping, έτσι για το γαμώτο. Ήταν ωραίο σκηνικό αυτό. Καθόμουν με τον Φώτη και τα λέγαμε και πού και πού ερχόταν κάποιος που μετράει δεκαετίες από τότε που ασχολήθηκε με το θέμα metal και έπιανε βινύλια και άρχιζε τα νοσταλγικά. «Ααα, Accept! Τι μου θύμισες τώρα;»… «Ω, Pleasure to Kill ρε, πω…» και τέτοια. Μέταλ. Ρε. Μουνιά.

Κάπου παραδίπλα, μια συμπαθέστατη ωλτέρνατιβ οικογένεια έψηνε σουβλάκια επιτόπου και τα έδινε για 1 ευρώ. Έξω από το Route, στημένο για ευκολία, το μπυρομηχάνημα, φεύγανε δίευρα για ποτήρια, σπουδαίος συνδυασμός με το σουβλάκι, μια χαρούλα. Πιο κάτω, ο Σπόγγος (ο Ταϋλανδός που λέγαμε) είχε στήσει πάγκο και έπαιζε αραχτός ένα jaw harp εξ Ανατολής, κάπως το λέγανε αυτό συγκεκριμένα, μου διαφεύγει. Έκανε και τον ηχολήπτη (βετεράνος ηχολήπτης των Locomondo περικαλώ, ένα ημι-σελέμπριτι), δεν το συζητάμε, ο Σπόγκστερ ίδρωσε την φανέλα τριπλά για την φάση.

Μεταξύ Αγάπης και Τάσσου, για να είμαστε και στο κλίμα της εποχής, είχε στηθεί η σκηνή. Όταν έσκασα μύτη με τα βλαστάρια και την σύζυγο, έπαιζαν κάτι πιτσιρίκια, η νέα γενιά, διασκευομπάντα που δεν συγκράτησα το όνομα. Μπορεί να λέγονταν Zombie Hamsters (δημοσιογραφικός οτινανισμός). Ενθυμούμαι Metallica (Fuel), Rage Against the Machine (το γνωστό), Offspring (Self Εsteem), Papa Roach (?- έτσι με πληροφόρησαν, δεν είμαι αρμόδιος), εμ… και κάτι άλλα έπαιξαν. Καλοί ήταν, στην φάση τους, γουστάρανε, ο τραγουδιστής και κιθαρίστας ήταν πολύ φιλότιμος, λίγο παραπάνω αισιόδοξος στις παροτρύνσεις του στο κοινό ίσως. Αλλά points για το θράσος και το θάρρος. Would watch again. Δυστυχώς δεν πρόλαβα τους Ανεπρόκοπους, μπάντα που είχαμε μοιραστεί το σανίδι στο παρελθόν με τους Ensemble, έμπειροι και ωραία άτομα. Η βιοπάλη απέτρεψε την πιο λογική ώρα εμφάνισης, τουλάχιστον αυτό μου μεταφέρθηκε ως αιτία της εμφάνισής τους τόσο νωρίς σε σχέση με το εκτόπισμα του ονόματός τους.

Γύρω-γύρω, η χαρά του reunion. Ανελέητο blast from the past, «που ‘σαι ρε αρρώστια!», «πώς έγινες έτσι ρε; Χααααα», φάτσες που είχες να δεις διψήφιο αριθμό ετών και κόσμος, πολύς κόσμος. Τουμπανιάστηκε η Χάνδακος. Καλό κόσμο, κόσμο που είχε να ειδωθεί πολύ καιρό και κόσμο που δεν είχε διανοηθεί ότι θα δει κάποια συγκεκριμένα άτομα μαζί στον ίδιο χώρο. Κάποιοι ήταν σοκαριστικά διαφορετικοί σε όλα (ντύσιμο, μαλλί, σουλούπι, φάση, ιδέες, αριθμό απογόνων διάφορου του μηδενός), κάποιοι ήταν αναπάντεχα έως ανακουφιστικά ίδιοι, με μπροστάρη, όπως έλεγα τον Time Lord διοργανωτή.

Και ήρθε και η ή ωρα να ανέβουν στην σκηνή οι Heraklica, εν μέσω αποθέωσης. Και παρόλο το τρακ του διοργανωτή/frontman απέδωσαν πολύ ευχάριστα κλασσικούς ύμνους: Creeping Death, Hit the Lights, Master of Puppets, Welcome Home (Sanitarium), Motorbreath και For Whom the Bell Tolls. Ξεχώρισε ο ντράμερ με τις προσωπικές του γκρούπις, αρσενικού γένους και συμπαίκτες του από κάποιες από τις πεντακόσιες μπάντες που έχει παίξει, να εκδηλώνουν τον θαυμασμό τους κραυγάζοντας «Μπράβο Μπάμπη». Καλτ. Άξιος σεσιονάς ο Νίκος ο Μουστάκιας στο μπάσο, γνωστός την περίοδο που μιλάμε ως «Σεπού» (-λτούρα), άνετος και στο κλίμα, ρέφαρε με κοπάνημα κεφαλής την ακινησία του Βάγγου, όπως έπρεπε. Στις κιθάρες εντυπωσιακός ο Νίκος, βετεράνος και αυτός με Hangover παρελθόν, απέδωσε πολύ καλά τα σόλο, πανάξιος. Ο Μανώλης από την άλλη τα πήγε καλά αλλά μου φάνηκε σαν να υπέφερε λίγο περισσότερο από τους υπόλοιπους με την διαρκή τάση του Μπάμπη να σπιντάρει ακόμα πιο πολύ τα σπινταρισμένα. Motorbreath σε δυο λεπτάκια τσακ-μπαμ, τι άλλο να πω; Μπράβο Μπάμπη! :) Απόλυτο χάιλάιτ της βραδιάς, το «Μάστερ… μάστεεερ… μαααααστερ….» πριν το μελωδικό break. Ποιος χρειάζεται εφέ delay, όταν μπορείς να το κάνεις και μόνος σου; Θεούλης.

Το κλου φυσικά ήταν ο χαβαλές που επικρατούσε από κάτω, προσωπικά πέρασα θαυμάσια εν μέσω ευφορικής ευθυμίας, με headbanging και air-guitar και τα λοιπά, πίσω μου έπαιζε μίνι pit συντροφικής αγάπης, χαμόγελα στην κονσόλα, χαμόγελα στο κοινό, χαμόγελα σε όλη την Χάνδακος.

Τέλος, ήρθε και η ώρα των Υπογείων Ρευμάτων, με σχεδόν πλήρη σύνθεση. Έλειπε ο Μιχάλης, ο ορίτζιναλ μπασιστέρ, σήμερα γνωστός ως ο κρουστός των Locomondo. Κανονικό σελέμπριτι αυτός, όχι ντεμί σαν τον Σπόγγο να 'ούμε. Αλλά απών. Κρίμα. Κάτι με γιόγκα, τσάκρα, τάε κβο ντο σεμινάρια μου είπανε ότι ήταν ο λόγος της απουσίας, δεν τα κατέχω αυτά, ο Μάικ είναι χωμένος, ε, έλειπε τέλος πάντων. Πάντως η απουσία δεν στάθηκε τροχοπέδη, το μπάσο το ανέλαβε επάξια ο παλιός φίλος της μπάντας, Πίτσος. Ο οποίος τω καιρώ εκείνω ήταν ο ντε φάκτο artwork dude της μπάντας, έχοντας φιλοτεχνήσει αφίσες για λάιβ κλπ, γενικώς κωλόχερο με ταλέντο, ήταν ιστορικά τίμια η ανάθεση του τετράχορδου στα χέρια του. Στην φωνή και κιθάρα ο ντόκτωρ Μανώλης, πολιτισμένος άνθρωπος πλέον σε σχέση με τον «φουντόκωλο» που θυμόμουν από δυο δεκαετίες πριν. Τύμπανα ο Φώτης, σταθερός και λιτός, όπως και οι υπόλοιποι. Ευφημισμός για το «κάναμε μία πρόβα –μετά από δύο δεκαετίες - και ήρθαμε, πουτάνα όλα».

Σε αυτά τα πλαίσια και δεδομένης της ευφορίας στον αέρα, το σετλιστ, κατευθείαν από το 1993, πέρασε σκέτη ζάχαρη. Ανοίξανε με Ramones (Beat on the Brat) και μετά τίμησαν τις ρίζες τους (μπάντα πιτσιρικιών) με τα απαραίτητα Paranoid, Anarchy in the UK (χαβαλές μέγιστος από κάτω και θανατηφόρα ατάκα Σπόγγου «ευχαριστούμε για το χιούμορ σας παιδιά») και κλείσιμο με το Orgasmatron που μου ερχόταν να σκαρφαλώσω ξεκάρφωτος στην σκηνή και να πιάσω το μικρόφωνο, καθότι ήταν μακράν το πιο διασκεδαστικό κομμάτι που παίζαμε ως Ensemble, και λάιβ και στις πρόβες. Ζήλεψα. Α, να χαθείτε κοπρόσκυλα, με συγκινήσατε! Αλλά υπάρχει και ένα μεγάλο παράπονο. Δεν ήταν καθόλου σωστό να λείπει το ορίτζιναλ Υ.Ρ. έπος, του τίτλου του οποίου δεν θυμάμαι (σε αντίθεση με τους στίχους, που θυμάμαι απέξω, τρου στόρι), ας το πούμε "Ε, άνθρωπε" ("τσόγλανε και μπάσταρδε"), με το μελιστάλαχτο outro του (τον Σπόγγο να μπινελικώνει γενικώς). Την επόμενη φορά στο σετλίστ παρακαλώ.

Όταν τελείωσε όλο το νταβαντούρι, κλασικά σχηματίστηκαν πηγαδάκια, η ευθυμία συνεχίστηκε ακάθεκτη και η βραδιά χαρακτηρίστηκε ομόφωνα “legendary” και το ζητούμενο ήταν πότε θα ξαναγίνει. Του χρόνου; Τον επόμενο μήνα; Δεν ξέρω για πότε κατέληξε ο ιθύνων νους, ελπίζω να είναι ένα ικανό διάστημα να οργανωθούν και να μαζευτούν και οι απόντες. Ειδικά κάτι κιθαρίστες, μπασίστες (γιατί όχι και ντράμερ) για να πέσουν τα τσιμέντα.

Μπράβο Βαγγέλη! Και του χρόνου ρε μούρη!

Update μέεεεεεερες μετά (ο κορμός του κειμένου γράφτηκε καμιά βδομάδα μετά το event): Όχι μόνο ηχολήπτης, όχι μόνο κιθαρίστας, είναι και χόλιγουντ παραγωγός το άτομο. Heraklica και Υπόγεια Ρεύματα, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Σπόγγου.

Monday, April 23, 2012

Backstage with Metallica - Part VIII: Back to the Front!

Part I - Πρόλογος
Part II - 27 Ιουνίου 1993
Part III - Big Bob and Jason
Part IV - James Hetfield in his cowboy hat
Part V - Κιρκ Χάμμετ
Part VI - Lars
Part VII - Παρεάκι ισχυρό!
Ξεδιάντροπη ανακοίνωση
Part VIII - Back to the Front

Bγήκαμε από τα παρασκήνια όπως ακριβώς το φαντάζεστε, εκστασιασμένοι. Και όπως δεν το φαντάζεστε, λουσμένοι στην αδρεναλίνη και με μια περίεργη αίσθηση ιδιαιτερότητας.  Μπροστά μας απλώνονταν χιλιάδες κόσμου, σε σημείο πλησιάζεις μόνο μέχρι τον πύργο απέναντι από την σκηνή. Πιο μπροστά ο ελληνικός λαός στριμωχνόταν για να είναι κοντά στην δράση. Ιδέα δεν είχαν τι είχαμε μόλις βιώσει, το μόνο πράγμα που μαρτυρούσε την συνάντηση με τους Metallica ήταν το αυτοκόλλητο πάσο στο βυζί. Φαινόταν. Άσπρο, με εμφανές το logo της μπάντας. Στο σκοτάδι δεν φαίνονταν ιδιαίτερα οι μουτζούρες από μαρκαδόρο που από κοντά διαπίστωνες ότι έγραφαν Κιρκ.

Κοιταχτήκαμε με τον Νάσο με βλέμματα ενθουσιασμένων που σκάσανε με απότομο φρένο στην απελπισία. "Δηλαδή τώρα θα δούμε τους Metallica από εδώ;!". Όπου "εδώ" εννοούμε πολύ μακρία από την σκηνή, οι Cult που ήδη βρίσκονταν πάνω έμοιαζαν μινιατούρες. Ακούγονταν απολαυστικοί πάντως αλλά αυτό δεν μας έλεγε τίποτα, έπρεπε να πάμε ΜΠΡΟΣΤΑ.

"Έλα, έχω φοβερή ιδέα!" μου λέει ο Νάσος και προετοιμάζομαι για στιγμή Baldrick. Τι ιδέα να έχει δηλαδή, εγώ είμαι μια κωμόπολη μακριά από την σκηνή, αν δεν μπορείς να μου τους ανοίξεις σαν την Ερυθρά Θάλασσα μπροστά από τον Μωυσή, δουλειά δεν κάνουμε. Ο Νάσος όμως έχει κυριολεκτικά μια μεγαλοφυή έμπνευση. Βαράει το χέρι στο πάσο στην καρδιά και λέει γεμάτος σιγουριά: "Ακολούθα με!"
Και πάει καρφί στον κόσμο. Ακολουθώ σαν χάνος από πίσω. Φτάνουμε στην πρώτη αμετακίνητη πλάτη. Ο Νάσος χτυπάει φιλικά τον ώμο του τύπου, του επιδεικνύει ευγενικά το πάσο του στο στήθος. Ο τύπος χωρίς να το σκεφτεί δέκατο του δευτερολέπτου χαμογελάει πρόθυμα και ανοίγει δρόμο στον Νάσο που ευχαριστεί με νεύμα του κεφαλιού και προχωράει. Χωρίς να σκεφτώ απολύτως τίποτα ακολουθώ βιαστικά από πίσω, φροντίζοντας να επιδείξω και εγώ στον τύπο τα διαπιστευτήριά μου. Με μια μοναδική αίσθηση έκστασης ("μα τι ζω + θα δουλέψει, θα πάω μπροστά!") συνεχίζω να προχωράω με σοβαρό ύφος κάποιου που έχει μια πολύ σοβαρή δουλειά να κάνει και βιάζεται. Στο δρόμο χαμογελάω στον κόσμο και παίρνω ύφος που λέει "συγγνώμη, ευχαριστώ πολύ!" και πού και πού λέω ευγενικά "συγγνώμη, να περάσω λίγο;" χτυπώντας ελαφρά το χέρι μου στο πάσο και πουλώντας μια αίσθηση κατεπείγοντος.

Στην δεύτερη – τρίτη επίδειξη της Metallica ταυτότητας, έχω πλέον τον αέρα του Derren Brown, ακτινοβολώ αυτοπεποίθηση και πειθώ, είναι ολοφάνερο πως είμαι κάποιος πολύ σημαντικός τύπος στην δούλεψη της μπάντας που πρέπει τώρα να κάνεις στην άκρη, προφανώς κάτι συμβαίνει εκεί μπροστά που πρέπει να πάω εγώ να το φροντίσω («να δω τους Metallica από κοντά»). Ο περισσότερος κόσμος με άφηνε να περάσω ευγενικά με μεικτά βλέμματα ζήλιας, απορίας και προθυμότητας.
Σε μια στιγμή έσκασα πάνω σε ένα γομάρι που δεν κούναγε ρούπι γιατί στα παπάρια του, έβλεπε Cult και ένα κουνούπι τον σκούνταγε να περάσει. Ε, πήγα πιο κει και συνέχισα την πορεία μου, ελαφρώς διαγώνια του Νάσου που με την σειρά του προχώραγε και αυτός ακάθεκτος. Πρέπει να ήταν το μοναδικό εμπόδιο που συνάντησα.
Με αυτά και μ'αυτά, φτάσαμε στην τρίτη σειρά, κεντροδεξιά, δίπλα στην βάση του τριγώνου που σχημάτιζε το κέντρο της custom σκηνής των Metallica. Ωραιότατα, πρώτο τραπέζι πίστα. Πιο μπροστά υπήρχαν τρεις σειρές παστών ανθρώπων που και να ψαρώνανε από το πάσο το μόνο που μπορούσαν να κουνήσουν ήταν τα χέρια τους. Και όχι ελεύθερα.

Η σκηνή των Metallica κατά την Ευρωπαϊκή περιοδεία τους, όπως αποτυπώνεται στο backprint από μπλουζάκι της εποχής. Με κόκκινο, το πρώτο τραπέζι πίστα.

Πετυχαίνουμε ως δια μαγείας στο ίδιο σημείο την παρέα, Νταχάου και Μήτσο και δεν θυμάμαι να είπαμε τίποτα για τα καθέκαστα. Που είπαμε δηλαδή αλλά δεν υπάρχει τίποτα στην μνήμη μου. Βλέμμα στην σκηνή, όπου παίζουν οι Cult έχω μπόλικο. Θυμάμαι ωραίο ήχο, ζωντανό και ζεστό με την κιθάρα του Duffy να είναι μια χαρούλα. Η εντύπωση που μου άφησε ο συγκεκριμένος ήταν πολύ καλή, είτε στο γκρουβάρισμα των ριφ, είτε στα σόλο. Ο Ian, το κολλητάρι πλέον μιας και πέρασε από δίπλα μου, κοινός θνητός λέμε, πολύ καλός frontman και άψογος στα καθήκοντά του. Κάτι θυμάμαι να μου λείπει από κάποια ρεφρέν αλλά δεν έχω να προσφέρω κριτική για το περφόρμανς. Μετά από τόσα χρόνια θυμάμαι She Sells Sanctuary, Wild Flower και Fire Woman ως αγαπημένες στιγμές (συναυλίας και μπάντας γενικά προσωπικά μιλώντας), ελπίζοντας να ήταν υπαρκτές στιγμές και να μην τις κατασκεύασα καθώς αυτή τη στιγμή μπορώ να θυμηθώ καθαρά μόνο το Fire Woman. Τέλος πάντων, εμένα οι The Cult μου άρεσαν από παλιά και ευχαριστήθηκα το live αν και βρισκόμουν σε πρωτοφανές σημείο προσμονής των headliners. Δεν θυμάμαι πότε τελείωσαν, δεν θυμάμαι γενικώς πολλά πράγματα από αυτούς, αυτά.

Ο κόσμος καλά πρέπει να πέρασε. Ή και να ψιλο-βαρέθηκε εδώ που τα λέμε. Ήταν αρκετά δημοφιλής μπάντα οι Cult αλλά ούτε κατά διάνοια όσο οι Metallica και το κοινό από κάτω είπαμε ότι περιλάμβανε και κόσμο που ήρθε γιατί παίζουν αυτοί με το Unforgiven και το Enter Sandman. Θα έβαζα ένα 8αράκι βασισμένος στην ανάμνηση. Έσκισαν αλλά δεν έσκισαν τον κόσμο, χωρίς να φταίνε αυτοί. Ήταν πολύ ταιριαστό άνοιγμα για το Black Album ήχο των Metallica αλλά ο λαός είχε έρθει για όλο το πακέτο.

Λοιπόν παιδιά, εννιαλογία πάει. Στο επόμενο, Ecstasy of Gold και αδιανόητο τρέμουλο και "θα βγουν με το Enter Sandman λες, όπως βγαίνουν παντού φέτος; Ψιλο-ξενέρα ρε..."

Part I - Πρόλογος
Part II - 27 Ιουνίου 1993
Part III - Big Bob and Jason
Part IV - James Hetfield in his cowboy hat
Part V - Κιρκ Χάμμετ
Part VI - Lars
Part VII - Παρεάκι ισχυρό!
Ξεδιάντροπη ανακοίνωση
Part VIII - Back to the Front

Wednesday, March 21, 2012

Εν αναμονή του τελευταίου μέρους... μια ξεδιάντροπη ανακοίνωση

Part I - Πρόλογος
Part II - 27 Ιουνίου 1993
Part III - Big Bob and Jason
Part IV - James Hetfield in his cowboy hat
Part V - Κιρκ Χάμμετ
Part VI - Lars Part VII - Παρεάκι ισχυρό!
Ξεδιάντροπη ανακοίνωση
Part VIII - Back to the Front

Ήμουν πολύ περήφανος που έκανα 7 ποστ σερί σε τακτά διαστήματα. Ωραίος ο αριθμός, η συνέπεια αξιοθαύμαστη (αυτοθαυμαστικά: "μωρέ μπράβο μου"). Αλλά όλα τα καλά έχουν και ένα τέλος. Το τελευταίο διάστημα δυστυχώς (ή ευτυχώς αν αναλογιστούμε τις συνθήκες) έχει πέσει πάρα πολύ δουλειά. Επομένως εδώ και αρκετό καιρό ο χρόνος μου είναι αγορασμένος από την Κανονική Δουλειά και τη "δουλειά" στο Metal Hammer (ζορίστηκα αυτό το μήνα). Τα ρέστα πάνε στην οικογένεια που δικαίως ανασηκώνει φρύδι "πώς την είδαμε μίστερ; Θα σε δούμε καθόλου;" οπότε το blog, μοιραίως, standby. Συνείδησις ήσυχη.

Αλλά να, φτάνει και το σχόλιο στο τελευταίο κείμενο, που δικαιολογημένα ρωτάει "ψιτ, 3 βδομάδες ρε συ, τα άλλα βγαίνανε ανά μία!" και αισθάνομαι άσχημα γιατί θέλω τόσο πολύ να έρθει ο αναγνώστης και να βρει ένα κείμενο καινούργιο και να νιώθω εγώ από απόσταση αυτή τη γουργουριστή ικανοποίηση ότι κάποιος εκεί έξω διαβάζει αυτό που γράφω, εθελοντικά. Δηλαδή το θέλει, μπορεί να του αρέσει κιόλας. Αυτό το θεωρώ μεγάλο πράμα για μένα και μου αρέσει, επομένως η τριβδόμαδη ξηρασία και η ξενέρα του "ακόμα δεν έχει νέο πράμα, το ίδιο είναι" με στενοχωρεί αντίστοιχα. Δεν είμαι βλαμμένος, το ξέρω ότι δεν με ρωτάει ο κόσμος πότε θα βγάλω νέο κείμενο όπως ρωτάνε τον George Martin πότε θα βγάλει νέο βιβλίο (παιδιά, αγχώνομαι που τον βλέπω, μην μας τα τινάξει πριν το φινάλε). Αλλά δεν θέλω και να είναι τελείως στον αέρα το blog, εμένα δεν θα με περιμένουν σαν τον Martin! Ανακοίνωσις λοιπόν.

Η Dungeon Inc. ανακοινώνει στο καλόγουστο κοινό της ότι το επικείμενο Live Report για την συναυλία των Metallica το 1993 θα αναρτηθεί, σύμφωνα με έγκυρες πηγές μέσα στις επόμενες τρεις εβδομάδες. Ευχαριστούμε. Hail. 42.

Ανακοίνωση μοντέλο σαφήνειας, το ξέρω. Το σχέδιο αυτή τη στιγμή όπως το βλέπω είναι να ολοκληρωθεί η οχταλογία (το γράφω και το χαίρομαι - μα τι επίτευγμα) την επόμενη εβδομάδα, παίζει όμως και μεθεπόμενη. Νομίζω. Έτσι έχει το πράγμα, αλήθεια.

Επειδή δεν μου πάει να πω "τσεκάρετε εδώ τακτικά" γιατί θα ήταν τακτική δόση ξενέρας, να πω ότι ακολουθεί το "ξεδιάντροπο" του τίτλου. Μπορείτε να γλιτώσετε τις άσκοπες επισκέψεις με ένα σίγουρο τρόπο: ειδοποιώ για τα νέα ποστ στο μιαρό facebook όταν ο καιρόc γαρ εγγύc.

Θα με βρείτε εδώ: Dungeon Vic

Με ένα σμπάρο τρία τρυγόνια.

1. Μέσα στον οχετό παραπληροφόρησης του facebook κάποιες φορές θα εμφανίζεται ένα λυτρωτικό ειδοποιητήριο. Δεδομένη επιτυχία, και να σου ξεφύγει την πρώτη φορά, το ποστάρω ξεδιάντροπα εγώ μέσα στην βδομάδα κάθε τρεις και λίγο.

2. Πού και πού πετάω καταπληκτικά youtube βιντεάκια που αυξάνουν το coolness factor του wall σας. Ποιος δεν θέλει έναν τύπο να του μοστράρει σε διάστημα μισής ώρας 8 youtube από Tankard, έτσι δεν είναι;

3. Αποκτάω περισσότερους φίλους και, όπως ξέρουμε όλοι, αυτός που έχει πολλούς φίλους στο facebook είναι ένας σημαντικός άνθρωπος.

Αυτά λοιπόν!
Όλο αυτό το post δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το γεγονός ότι τραινάρω να ασχοληθώ με τον όρο operationalisation.

ΟΚ. Κεφάλια μέσα. Part I - Πρόλογος
Part II - 27 Ιουνίου 1993
Part III - Big Bob and Jason
Part IV - James Hetfield in his cowboy hat
Part V - Κιρκ Χάμμετ
Part VI - Lars
Part VII - Παρεάκι ισχυρό!
Ξεδιάντροπη ανακοίνωση
Part VIII - Back to the Front

Thursday, March 01, 2012

Backstage with Metallica, 1993: Part VII - Παρεάκι Ισχυρό

Part I - Πρόλογος
Part II - 27 Ιουνίου 1993
Part III - Big Bob and Jason
Part IV - James Hetfield in his cowboy hat
Part V - Κιρκ Χάμμετ
Part VI - Lars Part VII - Παρεάκι ισχυρό!
Ξεδιάντροπη ανακοίνωση
Part VIII - Back to the Front



Αφού πέρασε όλη η μπάντα από τους παραταγμένους οπαδούς, κάποιος έδωσε το πρόσταγμα «ημι-ανάς - ελεύθεροι» και χαλαρώσαμε. Αμέσως σχηματίστηκαν πηγαδάκια γύρω από τα μέλη της μπάντας. Το όλο σκηνικό ανήκει στα σημεία που η ταινία είναι πολύ θολή αλλά θυμάμαι ότι σίγουρα έπεσε συνεννόηση με τον Νάσο. «Τι κάνουμε τώρα;».

Το θέμα ήταν αρκετά απλό. Είχαμε καταλάβει ότι ζούσαμε μεγάλες στιγμές, το πρόβλημα ήταν ότι δεν ξέραμε τι διάλο να τις κάνουμε αυτές τις στιγμές. Το μοναδικό σχέδιο που είχα κάνει για γκράντε στιγμή σύσφιξης των σχέσεων με κάποιο μέλος των Metallica, παρέμενε ξεχασμένο, ιδρωμένο και κολλημένο μαζί με το …And Justice for All στην κωλότσεπη του παντελονιού μου. Πάει αυτό, το θυμήθηκα σπίτι μου, όταν έβγαλα τα booklets από την τσέπη και ακολούθησε τρανό facepalm. Ο Jason πάντως δεν παρέμεινε για πολύ στον χώρο με την πλέμπα, επομένως δεν έπαιζε και το σενάριο να μου έρθει επιφοίτηση κάποια στιγμή. Πήγε και άραξε πίσω από την κουρτίνα/καραγκιόζ μπερντέ και μιλούσε με έναν roadie. Δηλαδή έχω αυτή την εικόνα στο μυαλό μου, ιδέα δεν έχω πότε έφυγε. Πάντως η πολύ η φασαρία γινόταν γύρω από τους άλλους 3. Καημένε Jason. Που ούτε εμείς σε σκεφτόμασταν, οι Flotsam οπαδοί δηλαδής, τεράστιο κλάσιμο.

Επιστροφή στο αρχικό μας πρόβλημα λοιπόν. Είναι οι Metallica ρε φίλε, εδώ μπροστά μας. Τι πρέπει να κάνουμε, δεν σου ξανακάθεται τέτοια ευκαιρία, λοιπόν; Φωτογραφική μηχανή δεν έπαιζε, το ξεχνάμε αυτό. Αυτόγραφα πήραμε. Αμήχανες μπούρδες και βουβαμάρα σεβαστική, τσεκ, το κάναμε και αυτό. Ε, τι θα κάνουμε; Η μεγάλη επιφοίτηση ήρθε από τον Νάσο. ΠΕΝΕΣ! Να πάρουμε πένες! Μα φυσικά! Πώς τις λέμε στα αγγλικά ρε συ; Picks! Τέλεια! Πάμε στον στον James, σαν πολύ καλά παιδάκια, με τον δέοντα σεβασμό στον κύριο Χέτφιλντ και του ζητάμε picks.

Ο James, μεγάλη λέρα λέμε, παίρνει ύφος «φτου ρε γαμώτο», κάνει ότι χτυπάει τις τσέπες του, «να, αλήθεια, ψάχνω τώρα» και μας πληροφορεί λυπημένος “sorry guys, I don’t have any on me”. Εμείς από την άλλη, σε mode αδρεναλίνης, Δέους και Τεράστιου Γλυψίματος τον πληροφορούμε παρηγορητικά ότι δεν πειράζει, προσπάθησε, έδωσε τον καλύτερο του εαυτό και τον αγαπάμε πολύ παρόλη την αποτυχία. Κάπως έτσι. Και τότε ξεκίνησε το σουρεάλ.

Θέλω να ξαναπώ εδώ ότι οι διάλογοι που ακολουθούν είναι χίλια τα εκατό αυτούσιοι, τους θυμάμαι σαν τώρα, εδώ το DVD του κεφαλιού παίζει HD με ήχο καμπάνα. Και ο λόγος είναι ότι τους διαλόγους αυτούς τους έχω επαναλάβει σε πολύ κόσμο. Highlight βραδιάς.
Έρχονται οι Manowarάδες, μαζί. Μία φάτσα θυμάμαι, με φράντζα μπροστά και μαλλί πίσω, 80s αισθητική γενικότερα και φυσικά το μπράτσο με αυτόγραφα. Για κάποιο λόγο δεν θυμάμαι την φάτσα του δευτέρου, πιθανώς να έχω στο κεφάλι μου μια εικόνα που είναι συνδυασμός των δύο παιδιών. Τέλος πάντων, έρχονται στον James και έχουν προφανώς σκεφτεί πολύ περισσότερο από εμένα και τον Νάσο πώς θα εκμεταλλευτούν τις Μεγάλες Στιγμές που ζούμε. Πένες και τρίχες κατσαρές, τα παιδιά είναι upgrade στην φιλοδοξία. Ο τύπος γυρνάει στον Hetfield και του λέει:

«Χέι Τζέιμς! Άι ασκ Κερκ φορ χις μπλάουζ μπατ χι ντοντ γκιβ μι χιζ μπλάουζ. (δραματική παύση δευτερολέπτου): Γκιβ μι γιορ μπλάουζ Τζέιμς!» Φουλ ενθουσιασμένα όλο αυτό.
Μτφρ: “Hey James, I ask Kirk for his blouse but he don’t give me his blouse. Give me your blouse James!”

Δεν ξέρω από ποια διάσταση ήρθε το άτομο, πάντως του αναγνωρίζω τεράστιο στυλ και οτινανισμό με την πολύ καλή έννοια. Πήγε λέει στον Χάμετ και του ζήτησε την μπλούζα του. Όπως κάνουμε όλοι φυσικά όταν γνωρίζουμε μια διασημότητα, του ζητάμε τα ρούχα του. Ε, προφανώς ο Χάμετ ήταν ψυλομύτης ακατάδεκτος και δεν του έδωσε την μπλούζα του (δυστυχώς το έχασα αυτό το σκηνικό), οπότε ‘ντάξει, νο πρόμπλεμ, πάμε στον Hetfield. Που είναι και πιο προσιτός δηλαδή. Να του πούμε, βγάλε το καπέλο σου, το γιλέκο και μετά το μπλουζάκι σου, μείνε γυμνός από την μέση και πάνω γιατί θέλω τα ρούχα σου, τον ιδρώτα σου, την μυρωδιά σου. Φυσικά, δεν έχω χρόνο να επεξεργαστώ τι ζήτησε το άτομο, έχουμε μείνει όλοι έκπληκτοι.

Ο James συγκεκριμένα ακούει με σταδιακά όλο και πιο γουρλωμένα μάτια και μετά απαντά χαμογελαστός με τον μόνο υγιή τρόπο: “Yeah, fuck off!” . Ξέσπασμα γέλιων από γύρω, μαζί και ο Manowarάς, θεός, δεν καταλαβαίνει τίποτα.

Και κάπου εκεί πρέπει να ήταν που κόζαρα τον Big Bob ξανά. Βασικά, του είχα(με) μεγάλη συμπάθεια από την βιντεοκασσέτα και ήθελα να του το πω. Θα μου πεις η συμπάθεια που είχα στους Metallica ήταν πολλά εκατομμύρια περισσότερη (στη μονάδα μέτρησης συμπάθειας) και δεν είπα σε κανέναν τους «γιορ μα φέβοριτ γκάι». Όσο και να κάνω πνεύμα με τους Manowarάδες, τα παιδιά ήταν έξω καρδιά ενώ η δική μου βρισκόταν στην κάλτσα μου μαζί με τα σκατά. Αλλά ο Big Bob ήταν πιο παλέψιμο celebrity, κάπως έτσι την είδα, να δοκιμάσω την τύχη μου σε κάτι πιο εύκολο. Οπότε πήγα και στήθηκα μπροστά του, το 16χρονο μπροστά στο βουνό από κρέας.

“You were on the Metallica home video, right?” ανοίγω την κουβέντα με το προφανές.
“That’s right”, μου απαντάει με την αγριοφωνάρα.
“So, I want your autograph” του λέω με πολύ αυτοπεποίθηση, ένιωσα και πολύ καταφερτζής, κοίτα, ούτε τρέμουλο, ούτε τίποτα, είμαι επαγγελματίας πια!
O Big Bob όμως έχει αιφνιδιαστεί.
“You want my autograph? Really?” με ρωτάει με χαμόγελο, γουστάρει.
“Sure” του λέω χαμογελαστός και εγώ. Χαίρομαι που χαίρεται, καλή φάση. Ο φίλος μου πλέον Big Bob γυρνάει στον Hetfield και του κάνει “This kid wants my autograph!” δείχνοντάς με από ψηλά.
“Right on man!” του λέει και ο James γελώντας και εκείνη τη στιγμή ένιωσα ακόμα πιο φανταστικός, ΜΙΛΑΝΕ ΓΙΑ ΜΕΝΑ, τους έφερα προ εκπλήξεως, θα το θυμούνται για πάντα ένα πράμα. Πάντως ο Bob μοστράρει μια ωραία υπογραφάρα Big Bob καλλιγραφική και θυμάμαι να σκέφτομαι ότι είναι ωραία υπογραφή και στάνταρ την έχει κάνει πρόβα. Επίσης από την υπογραφή αυτή έμαθα ότι είναι ο Big Bob, διότι δε μας συστήθηκε και αν το έκανε αμφιβάλλω ότι θα έλεγε «γεια σας, με λένε Μεγάλο Μπομπ». Πάντως, είχε σουξέ το σκηνικό, πήρε και ο Νάσος αυτογραφάκι από το θηρίο και νομίζω πήρανε και άλλοι αλλά για αυτό δεν ορκίζομαι, είναι λίγο θολό από εκεί και πέρα.

Κάπως έτσι έληξε η φάση. Δεν θυμάμαι πώς, δεν θυμάμαι πότε, δεν θυμάμαι γενικά, μαζευτήκαμε πάλι από την κοπέλα που μας έβαλε μέσα και φύγαμε για να δούμε The Cult.

Στο επόμενο και τελευταίο μέρος: Το παστωμένο κοινό ανοίγει να περάσω για να πάω στην τρίτη σειρά με επική ιδέα Νάσου. Λίγο Cult. Και οι Metallica στη σκηνή μου κάνουν τα μούτρα κρέας. Απολογισμός.

DVD extras:
Τώρα που έγραφα για τον Jason κλπ, θυμήθηκα ότι πριν σκάσει μύτη στο Part III, πέρασαν από μπροστά μας και οι The Cult, έτοιμοι να πάνε στην σκηνή να ροκάρουν. Χαμπάρι τους (τον) πήρανε τα θηλυκά της ομήγυρης με φωνές που έσταζαν σορόπι: “Hi Iaaaaaan!” και χαιρετούρες. Βασικά πέρναγε όλη η μπάντα μπροστά, από την οποία εγώ γνώριζα μόνο τον Ian και τον Duffy, πάντως το θηλυκό κοινό χαιρετούσε μόνο τον Ian, γιατί προφανώς οι άλλοι ήταν άσχημοι και πουθενάδες και δεν κουνάγανε με σέξι τρόπο τον πισινό τους. Υποθέτω. Πάντως και ο Ian και ο Duffy είχαν κουρευτεί, αυτό το θυμάμαι πάλι να μου κάνει εντύπωση, γιατί κουρεύονται όλοι ρε φίλε, εγώ προσπαθώ κάτω από αντίξοες συνθήκες να αφήσω μαλλί και ο άλλος με την επική μαλλούρα πάει και τα κάνει καρεδάκι της συμφοράς. Αυτά τα συγκλονιστικά με τους Cult, παίξανε καλά μετά, θα τους αφιερώσω και μια παράγραφο στο επόμενο και τελευταίο μέρος.

Part I - Πρόλογος
Part II - 27 Ιουνίου 1993
Part III - Big Bob and Jason
Part IV - James Hetfield in his cowboy hat
Part V - Κιρκ Χάμμετ
Part VI - Lars
Part VII - Παρεάκι ισχυρό!
Ξεδιάντροπη ανακοίνωση
Part VIII - Back to the Front